ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το κείμενο της E.E. που γράφει ιστορία

Τα συμπεράσματα της δανικής προεδρίας που εκδόθηκαν μετά τη δραματική σύνοδο κορυφής στην Κοπεγχάγη έχουν «ιστορική σημασία» για την ελληνική πλευρά, καθώς η Κύπρος εντάσσεται, ύστερα από πορεία επτά ετών, στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Η Κύπρος αναφέρεται πρώτη από τις δέκα νέες χώρες-μέλη της E.E. στα συμπεράσματα, όπου επισημαίνεται ότι «το επίτευγμα αυτό μαρτυρεί την κοινή πρόθεση των λαών της Ευρώπης να συσπειρωθούν σε μια Ενωση, η οποία έχει αναδειχθεί σε κινητήρια δύναμη για την ειρήνη, τη δημοκρατία, τη σταθερότητα και την ευημερία στην ευρωπαϊκή ήπειρο».

Είναι χαρακτηριστικό πάντως ότι μέχρι να γίνει σαφές το αποτέλεσμα των εντονότατων διαβουλεύσεων που βρίσκονταν οι εξελίξεις για την επίλυση του πολιτικού προβλήματος, το σχέδιο συμπερασμάτων περιείχε δύο αναφορές για την Κύπρο: η μία για την περίπτωση λύσεως και η άλλη για την περίπτωση αδιεξόδου.

Στην οριστική και επίσημη διατύπωση, ωστόσο, και αφού έγινε γνωστή η άρνηση της τουρκοκυπριακής πλευράς να συναινέσει σε οποιοδήποτε κείμενο, περιλαμβάνεται φυσικά μόνον η δεύτερη αναφορά που αναφέρει ότι:

Η Κύπρος «θα γίνει δεκτή ως νέο κράτος-μέλος της Ε.Ε.».

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο «επιβεβαιώνει τη σαφή προτίμησή του για ένταξη στην E.E. μιας ενωμένης Κύπρου».

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εκφράζει ικανοποίηση για τη δέσμευση των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις με στόχο την επίτευξη συνολικής διευθετήσεως του κυπριακού προβλήματος έως τις 28 Φεβρουαρίου 2003, με βάση τις προτάσεις του γενικού γραμματέως του ΟΗΕ.

Σε σχετικές ερωτήσεις ο υπουργός Εξωτερικών κ. Γ. Παπανδρέου έσπευσε να διευκρινίσει ότι η αναφορά στην 28η Φεβρουαρίου 2003 ως στόχου για την επίτευξη λύσεως του Κυπριακού έχει «πολιτικό» και όχι «νομικό» περιεχόμενο. Αυτό είναι βεβαίως ακριβές από την άποψη ότι τα συμπεράσματα της προεδρίας της E.E. δεν έχουν νομικό περιεχόμενο, αλλά εκφράζουν πολιτική βούληση και για τον λόγο αυτό συχνά αναθεωρούνται στη συνέχεια.

Σε ό,τι αφορά την Τουρκία, οι τελικές πρόνοιες που αφορούν τη μελλοντική σχέση της γείτονος με την E.E. επιβεβαίωσαν πλήρως τις προχθεσινές ανακοινώσεις του προεδρεύοντος του Συμβουλίου, Δανού πρωθυπουργού κ. Ράσμουσεν.

Στην παράγραφο 25 του Κεφαλαίου περί Τουρκίας, τα συμπεράσματα της δανικής προεδρίας αναφέρουν τα εξής:

«Η Ενωση ενθαρρύνει την Τουρκία να συνεχίσει ενεργά τη μεταρρυθμιστική διαδικασία. Εφόσον το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 2004, βάσει εκθέσεως και συστάσεως της Επιτροπής, αποφασίσει ότι η Τουρκία πληροί τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης, η Ευρωπαϊκή Ενωση θα αρχίσει ενταξιακή διαπραγμάτευση με την Τουρκία».

Η απόφαση της Κοπεγχάγης για την Τουρκία υπολείπεται αυτής ταύτης της γαλλογερμανικής θέσεως, αφού δεν καθορίζει καν ως ημερομηνία ενάρξεως των διαπραγματεύσεων την 1η Ιουλίου 2005.

H υπόσχεση που παρέχεται στην Τουρκία είναι ότι «η Ενωση θα αυξήσει σημαντικά την προενταξιακή χρηματοδοτική της βοήθεια» προς τη χώρα αυτή.

Τέλος, δύο άλλες όμορες χώρες της Ελλάδος, η Βουλγαρία και η Ρουμανία, εξασφάλισαν ως ημερομηνία εντάξεώς τους στην E.E. το 2007, εφόσον έως τότε θα πληρούν τα κριτήρια εντάξεως, γεγονός που εκτιμάται ως ιδιαιτέρως θετικό από την ελληνική πλευρά, λόγω των σταθεροποιητικών συνεπειών που θα έχει στην περιοχή της NA Ευρώπης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ