ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

«Αγιοι», αγύρτες και ειδωλολατρία

Του Παντελη Μπουκαλα

Νίκος Παναγιωτόπουλος: «Αγιογραφία» Εκδόσεις «Πόλις», 2003, σελ. 330.

Στα μέρη μας, και προς το παρόν, δεν έχουμε ανακηρύξει άγιο κάποιον ποδοσφαιριστή - όπως έπραξαν ορισμένοι νεοπροσήλυτοι της στρογγυλής θεάς στην Ινδία, που τοποθέτησαν ευλαβικά το άγαλμα του Ντέιβιντ Μπέκαμ δίπλα στα αγάλματα των πατροπαράδοτων θεοτήτων τους, ή κάποιοι άλλοι στην Αργεντινή, που έχτισαν ένα ναΐσκο προς τιμήν του νέου «αγίου» Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα και έβαλαν μέσα τα εικονίσματά του, με τη φανέλα της εθνικής ή της Νάπολι. Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι εδώ ο ορθός λόγος ανθίσταται αποτελεσματικά. Δεν έχουμε παρά να υπολογίσουμε πόσες φορές τον χρόνο μυριάδες πιστοί σπεύδουν, μόλις ακούσουν τη σχετική είδηση από κάποιο κανάλι, να προσκυνήσουν τη μια εικόνα που δακρύζει, την άλλη που αιμορραγεί ή πάλι τη μορφή κάποιου αγίου που εμφανίστηκε στο κυπαρίσσι ενός νεκροταφείου όταν το κλάδεψαν.

Θα πρέπει πάντως να κρίνουμε θετικό το γεγονός ότι η ορθόδοξη Εκκλησία έχει ιδιαίτερα αργούς αγιοποιητικούς ρυθμούς, εν αντιθέσει με την καθολική? πρόσφατα ο Πάπας ανακήρυξε δεκάδες νέους αγίους, ανάμεσά τους και την «οσία-μητέρα Τερέζα», για ένα «θαύμα» της οποίας διατηρούν πολλές, εδραίες αμφιβολίες οι Ινδοί γιατροί που περιέθαλψαν το άρρωστο κοριτσάκι. Αυτό πάντως το θετικό γνώρισμα αναιρείται από την ανεκτική (τουλάχιστον) στάση της επίσημης Εκκλησίας απέναντι σε αγύρτες ή σε στυγνούς εκμεταλλευτές της ανθρώπινης αγωνίας ή απλώς της αφέλειας, οι οποίοι ανοίγουν ένα μοναστήρι, με την ίδια λογική που ανοίγει κανείς ένα σούπερ μάρκετ, και θησαυρίζουν θησαυρούς επί της γης, πουλώντας «αγιασμένα ψάρια του Ιορδάνη» ή επίσης αγιασμένα λιβάνια, καθώς και «συναξάρια» και, πλέον, βιντεοκασέτες.

Καιροί και είδωλα

Αν υποθέσουμε ότι ισχύει το δόγμα «κάθε καιρός και τα είδωλά του», θα αποδεχτούμε ως φυσικό το γεγονός ότι σήμερα ειδωλολατρεύουμε (όχι πάντως όλοι) μάγους της μπάλας και θεούς, του τραγουδιού ή του κινηματογράφου, ενώ, σε πιο στερημένα χρόνια, οι άνθρωποι (και πάλι: όχι όλοι, οι αρνητές δεν έλειψαν ποτέ) έσπευδαν να λατρέψουν σαν άγιο και «μεσίτη» κάποιον που βοηθούσε (έτσι νόμιζαν, έτσι ήθελαν να πιστεύουν) τα ζώα τους να πληθύνουν ή τα σπαρτά τους να δώσουν καλό καρπό. Με μια τέτοια αγιοποίηση ασχολείται ο Νίκος Παναγιωτόπουλος (γεν. στην Αθήνα το 1963) στο καινούργιο βιβλίο του, την «Αγιογραφία».

Με τα δύο προηγούμενα μυθιστορήματά του, το «O Ζίγκι απ' τον Μάρφαν - Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου» (1998) και το «Γονίδιο τη αμφιβολίας» (1999), ο Παναγιωτόπουλος είχε δείξει ότι διαθέτει γερή φαντασία και καλό χιούμορ. Τα γνωρίσματα αυτά είναι παρόντα και στην «Αγιογραφία», το χιούμορ ιδίως, το οποίο αποτελεί και τη σκοπιά του συγγραφέα. Επιπλέον, και παρότι και στο νέο μυθιστόρημα δεν απουσιάζει πλήρως ο πλατειασμός (το διαισθάνεται αυτό ο συγγραφέας και επιχειρεί να το εξηγήσει με αυτοαναφορικού χαρακτήρα παρεκβάσεις), η διαχείριση του αφηγηματιικού υλικού είναι αποτελεσματικότερη.

Ανάποδο συναξάρι

Εχουμε λοιπόν εδώ ένα ανάποδο συναξάρι, τον βίο ενός αγίου που δεν υπήρξε καθόλου άγιος, κι ας λατρεύτηκε από το αγαθό ποίμνιο, κι ας τιμήθηκε από τους καιροσκόπους ποιμενάρχες. Συγγραφέας αυτής της κάθε άλλο παρά δοξαστικής βιογραφίας είναι ο ογδοντάχρονος Στάθης Αντωνίου (το αληθινό του όνομα είναι Αντώνιος Ευσταθίου), που, διαβάζοντας σε κάποια εφημερίδα την είδηση «περί αγιοποιήσεως του Ιωάννη του Ορφανού», στέλνει στον μητροπολίτη της Αρκαδίας τη μακροσκελή γραφή του. Στόχος του να αποκαλύψει τον πραγματικό βίο του Ιωάννη Ορφανού, για τον φόνο του οποίου μάλιστα (το καλοκαίρι του 1940, στο χωριό Θερμό κοντά στη Μεγαλόπολη) είχε κατηγορηθεί αδίκως ο ίδιος ο αφηγητής. Δεκαοχτώ ετών τότε ο νυν αγιοβιογράφος, είχε γίνει αυτόπτης μάρτυς του τέλους του «αγίου», που τον είχαν λιντσάρει οι μέχρι προ ολίγου (και επί σειρά ετών) πιστοί του, και αυτήκοος μάρτυρας της προθανάτιας εξομολόγησής του.

Τίποτε το ιερό και το όσιο δεν υπήρχε στη ζωή και τη δράση του Ιωάννη Ορφανού, ενός λογοτεχνικού πλάσματος βέβαια που ωστόσο τα κύρια γνωρίσματά του αντλούνται από τον ιστορημένο χώρο ανάλογων περιστατικών. Οσο για τα «θαύματά» του, αυτά που είχαν πείσει τους χωρικούς να τον προσκυνούν, οφείλονταν σε συμπτώσεις ή στην πονηρία του, άλλωστε τον είχε διευκολύνει καίρια η ικανότητά του στο να κρυφακούει (ίσως αυτό το τέχνασμα θα 'πρεπε να χρησιμοποιηθεί οικονομικότερα στο μυθιστόρημα). Βλέπει κι αυτός στα όνειρά του αγίους, ιδιαίτερα τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, ακούει φωνές, βρίσκει γρήγορα κι έναν-δυο «αποστόλους» (τον επίτροπο της εκκλησίας και τον διάδοχό του) που αναλαμβάνουν να διαδώσουν το «κήρυγμά» του, κινημένοι από ένα ακατανίκητο κράμα αφέλειας και ιδιοτέλειας. Ποιο κήρυγμα άλλωστε; O Ιωάννης, που δεν τρέφει πολλές ψευδαισθήσεις για την αξία του, μιλάει ελάχιστα, εν αντιθέσει με τον φλογερό ρήτορα Παπουλάκο, μυθιστορηματικώς βιογραφημένο από τον Κωστή Μπαστιά, που είχε δράσει περίπου στα ίδια μέρη, μερικές δεκαετίες πριν.

Θνήσκων ο προπηλακισμένος ασκητής, ομολογεί την αλήθεια στον δεκαοκτάχρονο ακροατή του. Κυνηγημένος αυτός με τη σειρά του (τον βάραινε άλλωστε η αριστεροσύνη του εξόριστου πατέρα του), περνάει στη Ρούμελη, γίνεται κλαρίτης κι ύστερα μαυροσκούφης του Αρη Βελουχιώτη (αυτές οι λιγοστές σελίδες του τέλους, οι οποίες ακολουθούν την εξομολόγηση του ασκητή, είναι και οι πιο σχηματικές του βιβλίου, και γι' αυτό ευθύνεται και ο συνοπτικός χαρακτήρας τους).

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που η νεοελληνική λογοτεχνία ενδιαφέρεται για θεούς και αγίους, αυθεντικούς ή πλαστούς? ίσως μάλιστα θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε μήτρα όλων αυτών των διηγήσεων το έργο «Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον», του Φιλόστρατου, Λήμνιου συγγραφέα του 2ου αιώνα μ.Χ., όπου ιστορείται ο παράδοξος βίος του θρυλικού θαυματοποιού. Είναι αρκετά πρόσφατο άλλωστε, του 1994, το μυθιστόρημα «O Παλαιός των Ημερών» του Παύλου Μάτεσι, όπου ο συγγραφέας συνέθετε τη «θεογονία» του Ελισσαίου και του «προφήτη» του, του Ζάγρου, επιλέγοντας και αυτός ως σκηνικό του την ορεινή επαρχιακή Ελλάδα. Στις επιδιώξεις πάντων των δύο πεζογράφων δεν εντοπίζονται κοινά στοιχεία. O Μάτεσις, με γλώσσα ιεροφαντική, αναζητούσε το «βαθύχρωμο, αγριεμένο, ωραίο ελληνικό ασυνείδητο». O Παναγιωτόπουλος αποβλέπει στην αγιομαχία, στον σαρκασμό, στην αποκάλυψη? στο μυαλό του λειτουργεί ο Εμμανουήλ Ροΐδης και η τερπνά παιδαγωγική χολή του για το εμπόριο της αγιοσύνης. Ωστόσο, παρ' όλο τον ιδεολογικό της προγραμματισμό, η «Αγιογραφία» δεν συμπιέζεται λογοτεχνικά, δεν υποβαθμίζεται σε πρόσχημα? ο τόνος της πολεμικής που τη διέπει δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της, κυρίως χάρη στο δραστικό χιούμορ και στη σαφήνεια της εικονοπλασίας της.

Ο ακροατής λοιπόν της εξομολογητικής αυτοβιογράφησης του Ιωάννη την παραδίδει τώρα σε γραπτή μορφή στον αρμόδιο δεσπότη για να κρίνει και να αποφασίσει. Αλλά δεν την παραδίδει «μαγνητοφωνημένη», δηλαδή στη γλώσσα που ειπώθηκε, γλώσσα λαϊκή, όπως θα μπορούσαμε ευλόγως να υποθέσουμε. Από την προφορική αφήγηση στη γραπτή εξιστόρηση μεσολαβεί η αίσθηση ότι, για να απευθυνθεί κανείς επίσημα σε επίσημους, πρεπει να ντύσει αναλόγως και τα λόγια του. H πρώτη, εν θερμώ γραφή, λοιπόν, συντάχτηκε σχεδόν αμέσως μετά το φονικό, στην καθαρεύουσα, για να σταλεί ως αναφορά στον διοικητή της Χωροφυλακής στην Τρίπολη. Σ' αυτήν την πρώτη, ανεπίδοτη εκδοχή βασίζεται η τωρινή, που έχει αποδέκτη της τον μητροπολίτη, ο συγγραφέας της μάλιστα σημειώνει: «Απεφάσισα, καθώς σκέφτηκα ότι τα καθαρευουσιάνικα, λόγω επαγγέλματος, που λένε, σας είναι και οικεία, να τα αφήσω όπως είχαν εις αρκετά σημεία, με αποτέλεσμα τον αχταρμά που κρατάτε ανά χείρας!» H αγωνία, βεβαίως, για τον «αχταρμά» ή για την «μπάσταρδη» γλώσσα, όπως χαρακτηρίζεται λίγο παρακάτω, είναι του μυθιστοριογράφου, του Νίκου Παναγιωτόπουλου, όχι του μυθιστορηματικού ήρωά του. Πρόκειται για μια αγωνία που συνδέεται ότι τόσο με τη φυσικότητα αυτού του κατασκευασμένου γλωσσικού υβριδίου (τύποι της καθαρεύουσας σε συμφυρμό με πελοποννησιακές ιδιοτυπίες) όσο με τη νομιμότητά του.

Παρ' όλη την εσωτερική αυτοσυνέπεια αυτού του υβριδίου (η οποία διατηρείται ακόμη και στην επιλογή παράδοξων μορφών, λ.χ. «εις τη», «εις» μεν αλλά με το άρθρο χωρίς το φυσικό του νι, στο οποίο κυρίως θα επέμενε ένας χρήστης της καθαρεύουσας που δεν είναι κατά βάθος καθαρευουσιάνος), και παρότι η σατιρική συγγραφική πρόθεση το εκμεταλλεύεται γόνιμα, εντούτοις, και χωρίς να έχω καμία όρεξη «να διυλίσω τον κώνωπα εν σχέσει προς τη γλώσσα», δυσκολεύομαι να φανταστώ ένα αγροτόπαιδο δεκαοχτώ ετών, το 1940 -για την παιδεία του οποίου δεν μαθαίνουμε πολλά, ικανά να μας πείσουν-, να γράφει στην καθαρεύουσα, έστω κι αν σκοπεύει να απευθυνθεί στις αρχές.

Έντυπη