ΕΛΛΑΔΑ

Μύθοι και αλήθειες για τα ψυχοφάρμακα

Του Δρος Αλεξανδρου Χαϊδεμενου*

Τα τελευταία χρόνια γίνεται πολύ συζήτηση για τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην Ψυχιατρική. Ωστόσο, επειδή η συζήτηση αυτή τις περισσότερες φορές δεν προέρχεται από ειδικούς γιατρούς, έχει δημιουργηθεί σύγχυση σχετικά με τη χρήση των λεγομένων ψυχοφαρμάκων.

Στο σημερινό άρθρο θα προσπαθήσουμε να ξεδιαλύνουμε κάποιους από τους μύθους που έχουν δημιουργηθεί για τα συχνότερα χρησιμοποιούμενα ψυχοφάρμακα που είναι τα ακόλουθα.

Αγχολυτικά. Πρώτα θα αναφερθούμε στα αγχολυτικά που φέρονται με τον επιστημονικό όρο βενζοδιαζεπίνες και είναι τα ευρύτερα χρησιμοποιούμενα φάρμακα από γιατρούς όλων των ειδικοτήτων. Ο ψυχίατρος τα χρησιμοποιεί προκειμένου να μειώσει το άγχος που συνοδεύει ποικίλες ψυχικές διαταραχές, όπως π.χ. αγχώδεις καταστάσεις, φοβίες, κατάθλιψη, ψυχώσεις κ.λπ. Ωστόσο συχνά τα χρησιμοποιούν και γιατροί άλλων ειδικοτήτων, εφόσον η μείωση του άγχους επηρεάζει θετικά τις περισσότερες ασθένειες.

Τα αγχολυτικά δρουν κυρίως στον εγκέφαλο και οι παρενέργειές τους, στις σπάνιες περιπτώσεις που προκύπτουν, είναι κατά μέσο όρο πολύ λιγότερες και ελαφρύτερες απ' ό,τι άλλων φαρμάκων που χρησιμοποιούνται κατά κόρον στη γενική ιατρική. Ο μόνος κίνδυνος που υπάρχει από τη χρήση των αγχολυτικών είναι η κατάχρηση, που μπορεί να επιφέρει εθισμό και εξάρτηση από αυτά. Ωστόσο ο ψυχίατρος μπορεί να αποφύγει αυτόν τον κίνδυνο διότι γνωρίζει τόσο τον κατάλληλο τρόπο χορήγησης όσο και τον ενδεδειγμένο τρόπο διακοπής τους. Σημαντικό είναι να γνωρίζουμε ότι όταν τα συμπτώματα του άγχους έχουν παρέλθει, η μείωση της δόσης των αγχολυτικών πρέπει να γίνεται σταδιακά και ποτέ απότομα. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η διακοπή του φαρμάκου χωρίς να ακολουθήσουν συμπτώματα στέρησης.

Αντικαταθλιπτικά. Τα αντικαταθλιπτικά ως γνωστόν χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της κατάθλιψης, που στην εποχή μας αποτελεί μία από τις συχνότερες ψυχικές διαταραχές. Η φαρμακολογία έχει κάνει τεράστια πρόοδο στην έρευνα των συγκεκριμένων φαρμάκων, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σήμερα τα αντικαταθλιπτικά νέας γενιάς, που εστιάζουν τη δράση τους στο καταθλιπτικό συναίσθημα, εμφανίζοντας ελάχιστες έως ανύπαρκτες παρενέργειες. Τα αντικαταθλιπτικά δεν συνηθίζονται από τον οργανισμό όπως τα αγχολυτικά και επομένως η αντίληψη που επικρατεί ότι είναι δυνατόν κάποιος να εξαρτηθεί από αυτά, είναι πέρα για πέρα λανθασμένη.

Στις περιπτώσεις που τα αντικαταθλιπτικά χορηγούνται σωστά, κυριολεκτικά αλλάζουν τη ζωή των πασχόντων, επαναφέροντας τη χαμένη ενεργητικότητα και το κέφι για ζωή, ενώ όταν τα άτομα έχουν τάσεις αυτοκτονίας, «σώζουν ζωές». Ωστόσο θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι τα συγκεκριμένα φάρμακα χορηγούνται μόνο σε περίπτωση ψυχικής πάθησης και όχι «γενικώς για να φτιάξουν το κέφι μας». Η χρήση τους χωρίς την παρουσία ψυχικής νόσου σίγουρα θα μας οδηγήσει σε επικίνδυνες καταστάσεις.

Αντιψυχωτικά (νευροληπτικά). Τα συγκεκριμένα φάρμακα χορηγούνται σε σοβαρές ψυχικές διαταραχές όπως στη σχιζοφρένεια, στη μανιοκαταθλιπτική ψύχωση κ.λπ. Και σ' αυτήν την κατηγορία έχει γίνει τεράστια πρόοδος, με αποτέλεσμα σήμερα να διαθέτουμε φάρμακα που αντιμετωπίζουν τα συμπτώματα της ψυχώσεως, χωρίς να επιδρούν στον υπόλοιπο οργανισμό. Παρά δε τη βαρύτητα των συμπτωμάτων της ψυχώσεως είναι δυνατόν τα νευροληπτικά να βελτιώσουν τη συμπεριφορά του ασθενούς, σε βαθμό ώστε μερικές φορές να μη διαφέρει από ένα φυσιολογικό άτομο.

Στην υπάρχουσα λοιπόν αντίληψη ορισμένων ότι τα νευροληπτικά «τρελαίνουν τον άνθρωπο», απαντούμε ότι αυτά κάνουν ακριβώς το αντίθετο, επαναφέρουν τη λογική όπου αυτή διαταράσσεται.

Αντιεπιληπτικά. Τα αντιεπιληπτικά, αν και σαν βασική ένδειξη έχουν την επιληψία, χρησιμοποιούνται επίσης σαν σταθεροποιητικά του συναισθήματος στις μανιοκαταθλιπτικές ψυχώσεις, σαν κατασταλτικά στις διαταραχές συμπεριφοράς, σε περιπτώσεις ημικρανίας κ.λπ.

Τα σύγχρονα αντιεπιληπτικά έχουν διατηρήσει την ευεργετική τους δράση, χωρίς να εμφανίζουν σημαντικές παρενέργειες.

Επίσης πρέπει να γνωρίζουμε ότι τα αντιεπιληπτικά δεν προκαλούν εξάρτηση και δεν εμφανίζουν συμπτώματα στέρησης όταν διακόπτονται.

Υπναγωγά. Τα υπναγωγά, όπως μπορεί κάποιος να συμπεράνει από την ονομασία τους, χορηγούνται στις περιπτώσεις αϋπνίας.

Τα συγκεκριμένα φάρμακα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή και για μικρό χρονικό διάστημα, αφού, τα περισσότερα από αυτά, ανήκουν στην ίδια φαρμακευτική κατηγορία με τα αγχολυτικά και επομένως είναι δυνατόν να προκαλέσουν εθισμό και εξάρτηση. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η αϋπνία συνήθως δεν αποτελεί αυτόνομη νόσο, αλλά σύμπτωμα κάποιας ευρύτερης ψυχικής διαταραχής όπως άγχους, κατάθλιψης κ.ά. Επομένως όταν έχουμε αϋπνία πρέπει να απευθυνθούμε σε ψυχίατρο προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την αιτία της αϋπνίας και όχι να κάνουμε ανεξέλεγκτη χρήση υπναγωγών φαρμάκων που πιθανότατα θα επιδεινώσουν το γενικότερο πρόβλημα.

Οπως, λοιπόν, μπορούμε να συμπεράνουμε απ' όσα αναφέρθηκαν, τα ψυχοφάρμακα δεν είναι επικίνδυνες ουσίες που καταστρέφουν τους ψυχικά πάσχοντες, αλλά πολύτιμα όπλα που, στα χέρια των ειδικών, βελτιώνουν την ποιότητα της ζωής τους.

* O δρ Αλέξανδρος Χαϊδεμένος είναι ψυχίατρος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ