ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Το μυθιστόρημα, η ποίηση και το όραμα

Της Νενας Κοκκινακη

Βαγγέλης Αθανασόπουλος: «Οι ιστορίες του κόσμου. Τρόποι της γραφής και της ανάγνωσης του οράματος». Εκδόσεις Πατάκη, 2005, σελ. 223.

Αν αληθεύει η φράση του Γάλλου θεωρητικού του μυθιστορήματος Michel Butor ότι για ορισμένους συγγραφείς η ζωή μετέχει του έργου, δικαιούται κανείς σε πολλές περιπτώσεις συγγραφέων να μιλήσει για συνεξάρτηση λογοτεχνικού έργου και ζωής. O Βαγγέλης Αθανασόπουλος θα μπορούσε να ανήκει στην περίπτωση αυτών των συγγραφέων, αν δεν διοχέτευε την τεράστια παρακαταθήκη των γνώσεών του στη θεωρία της λογοτεχνίας και την κριτική, αν δεν μετέτρεπε επομένως την ποιητική - συγγραφική ιδιοσυγκρασία του σε ιδιοσυγκρασία πανεπιστημιακού ερευνητή. Παραμένει, ωστόσο, ο συγγραφέας και βαθύς στοχαστής που θα μπορούσε να επαναλαμβάνει αδιάκοπα όπως ο Νίτσε: «Αχ, γιατί θέλετε να ζήσετε τόσο δύσκολα, όσο ζω εγώ;». Σήμερα, ύστερα από τριάντα χρόνια συνεχούς παρουσίας στα λογοτεχνικά μας δρώμενα -ξεκίνησε το 1976 με ποίηση (τιμήθηκε μάλιστα με βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα από το υπουργείο Πολιτισμού) και συνέχισε με πεζογραφία στη δεκαετία του '80- ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος με τον τόμο «Οι ιστορίες του κόσμου» (υπότιτλος: «Τρόποι της γραφής και της ανάγνωσης του οράματος») στήνει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη το πολυσχιδές οικοδόμημα που κατασκευάστηκε από τον ίδιο μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια της προετοιμασίας. Πρόκειται, όπως ο ίδιος μας πληροφορεί στην εισαγωγή του, για το λογοτεχνικό όραμα του κόσμου, μπορεί και για την αντανάκλαση αυτού του οράματος, που όμως κατάφερε να οργανωθεί και από εικόνα του κόσμου να μετατραπεί και αυτή σε κόσμο. H οργάνωσή του οφείλεται εν πολλοίς στους ακροατές που παρακολουθούσαν τις παραδόσεις του στο Φιλολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι με την ανταπόκριση ή τις αντιδράσεις τους καθόρισαν την ίδια την υφή του έργου, στους οποίους και αφιερώνεται. H ερμηνεία των διαφόρων λογοτεχνικών έργων, η εξέταση της «ποιητικής» τους, του τρόπου δηλαδή σκέψης και έκφρασης, αλλά και η ανάγκη να αντιληφθούμε τον κόσμο και τη ζωή εκφράζοντας αλλά και προσλαμβάνοντας το όραμά της, καθίσταται μια γοητευτική περιπέτεια, για την οποία τελικά αξίζει να ζήσει κανείς, ώστε να αντιμετωπίσει με ασφάλεια και τη ζωή, αλλά και τον θάνατο.

Το όραμα του κόσμου «διαβάζεται» μέσα από τις ιστορίες του και εκτίθεται μέσα από την αφήγηση και την έκφραση από τη μια και μέσα από την ποίηση από την άλλη. H αφήγηση ως ομοίωμα του πραγματικού που διεγείρει την αντίληψη και το συναίσθημα πολύ εντονότερα από το ίδιο το πραγματικό, ως προσομοιωτική επομένως τέχνη, άρα και απατηλή, δημιουργεί στον αναγνώστη, έστω και ως ψευδαίσθηση, την εμπειρία και τη συγκίνηση, που δεν θα είχε την ευκαιρία να γνωρίσει στη ζωή του. O Αθανασόπουλος παρακολουθεί μέσα από τους τρόπους της αφήγησης την εξέλιξή της στον δρόμο προς το μυθιστόρημα, καθώς το ερώτημα «πώς αφηγείται ο άνθρωπος;» σχετίζεται άμεσα με το «πώς σκέφτεται ο άνθρωπος;». H ανάγκη της προσομοίωσης του υπαρκτού (η γοητεία της εικονικότητας) μέσα στο περιβάλλον όπου αναπτύσσεται η ίδια η έννοια της αφήγησης (αφηγηματικότητα) διαμορφώνει την ιστορική πορεία των σχέσεων ανάμεσα στο υπαρκτό και το ομοίωμά του: στο νατουραλιστικό μυθιστόρημα η αφήγηση επιδιώκει την απόλυτη διαφάνεια στοχεύοντας στην πιστότερη και όσο το δυνατόν αδιαμεσολάβητη απεικόνιση του πραγματικού, κάτι δηλαδή που έγινε αντικείμενο πολεμικής από τις ποικίλες εκδοχές του μοντερνιστικού μυθιστορήματος, μέχρι το μεταμοντέρνο μυθιστόρημα, όπου το κείμενο δεν αναφέρεται ούτε σε μια εξωτερική πραγματικότητα (όπως στο κλασικό μυθιστόρημα) ούτε σε αυτό το ίδιο (όπως στο μοντερνιστικό), αλλά σε περισσότερα κείμενα προβαλλόμενο πλέον ως διακείμενο. Στη συνέχεια, ο νέος ρεαλισμός θα βασιστεί στην αντίληψη ότι η αφήγηση δεν αναφέρεται στο γεγονός, αλλά ότι η ίδια συνιστά το γεγονός.

Στο μυθιστόρημα, ωστόσο, η αφήγηση ως κίνηση και ως διαδικασία αλλαγής δεν στοχεύει παρά στη μορφοποίηση της αλλαγής. Και είναι σε αυτό ακριβώς το σημείο που συναντιούνται ο μυθιστοριογράφος (ο οποίος μορφοποιεί την αλλαγή) και ο κριτικός (που θα μελετήσει τους αφηγηματικούς μηχανισμούς). Το μάθημα της αφήγησης και των μηχανισμών της δεν είναι παρά ένα κουβάρι που αν κανείς βρει την αρχή θα μπορέσει να προσδιορίσει και το τέλος του. Πώς όμως τελειώνει κανείς με την πλοκή και τους νόμους της, το άνοιγμα και το κλείσιμο των μυθιστορημάτων, με τους τρόπους παρουσίασης της δράσης, με το πλάσιμο των μυθιστορηματικών χαρακτήρων και τέλος με τη σύνθεση του μυθιστορηματικού χωροχρόνου; H ανθρώπινη πραγματικότητα είναι πολλαπλή και η αλήθεια της πολύμορφη. O συγγραφέας μέσα από τη λογοτεχνική σύμβαση της μυθοπλασίας θα έχει πάντα τη δυνατότητα να διαμορφώνει την αφήγησή του διαλεγόμενος με τη μνήμη και τη φαντασία του και επιλέγοντας ελεύθερα το πραγματικό και το επινοημένο στις δόσεις που επιθυμεί. Ας μην ξεχνάμε ότι όλα τα έργα δεν διαβάζονται με τον ίδιο τρόπο σε κάθε εποχή και αν σήμερα επικρατεί η λογική του best seller που «υπάρχει πριν ακόμα γραφεί», δεν μπορεί αυτό να γίνει μέτρο εκτίμησης της δυνατότητας του αληθινού λογοτέχνη, ο οποίος σε όλες τις εποχές διευρύνει τις αναζητήσεις του μεταμορφώνοντας διαρκώς την πραγματικότητα.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου το όραμα του κόσμου «διαβάζεται» μέσω της ποίησης. O Αθανασόπουλος ξεκινά από τις προδιαγραφές της, διαφοροποιημένες στην παραδοσιακή, τη μοντέρνα και τη μεταμοντέρνα, για την οποία ο κόσμος υπάρχει μόνο μέσα από την αντίληψη που έχουμε σχηματίσει γι' αυτόν και της οποίας θεμελιώδες όργανο δεν είναι παρά η καθημερινή γλώσσα. H ποίηση ωστόσο δεν πηγάζει παρά από τον πολυσχιδή κόσμο των συναισθημάτων που αποκαλύπτουν κάθε φορά την αληθινή μορφή της ύπαρξης, είτε και το αντίθετο, την συγκαλύπτουν. H σύγχρονη αμφισβήτηση της ποίησης τόσο από την κριτική, όσο και από το αναγνωστικό κοινό συνιστά για τον Αθανασόπουλο ένα είδος ανατροπής. Ακόμα κι αν η ποίηση αφομοιωθεί από τα κυρίαρχα είδη με τη μορφή της ποιητικότητας ή της λυρικότητας, θα είναι αδύνατο να μεταβληθεί σε μουσειακό πολιτισμικό είδος και αυτό γιατί δεν εκφράζει το γεγονός αλλά το «εικός» σύμφωνα με την αριστοτέλεια αντίληψη. Σήμερα που ο περιβάλλων κόσμος είναι πολύ πιο ποικίλος και ξένος από όσο αντέχει ο νοητικός εξοπλισμός του ανθρώπου και όπου η αγριότητα και ο παραλογισμός υπονομεύει την πίστη του στην ίδια του τη φύση, η ποίηση οφείλει να αποκατασταθεί όχι τόσο μέσω της ανάλυσης και της ρητορικής προσέγγισης, όσο μέσω του ίδιου του μυστηρίου που τη συνιστά ως τέχνη. Το αδιέξοδο, στο οποίο οδηγήθηκε η αγγλοσαξονική φιλοσοφία που στηρίχτηκε αποκλειστικά στη γλώσσα και η προσπάθεια των θεωρητικών να ορίσουν τη λογοτεχνία ως ένα είδος γλώσσας ή ως μια ιδιαίτερη χρήση της δεν αποκατέστησε την ποίηση. Μόνο ίσως η ανάλυση που στηρίζεται στη συγκρότηση μιας ερμηνείας για το πώς συνειδητοποιήθηκαν τα λογοτεχνικά κείμενα προκειμένου να μορφώσουν το ποιητικό νόημα (ή έστω ένα ποιητικό νόημα), μπορεί ίσως να μελετήσει το ποίημα ως αύταρκες έργο τέχνης παραγόμενο από συνδυασμό παραγόντων, όπως η οργάνωση, η ρυθμική ενέργεια, η εικονοποιία, η συγκινησιακή δύναμη. Οσο για το εκφραστικό μέσο, τη γλώσσα, εναπόκειται στους ποιητές και τη φαντασία τους για το αν θα την κάνουν όργανο μιας τέχνης υπερβαίνοντας τη θεμελιώδη, χρηστική λειτουργία της.

Το όραμα του κόσμου μέσα από τις ιστορίες του που θα μπορούσε να συνεχιστεί σε πολλές σελίδες, αφού το βασίλειο της γραφής είναι απέραντο και ασύνορο. Χωρίς να παραβλέψουμε το γεγονός ότι μια «ανάγνωση» ενός τέτοιου οράματος ξεκινά συνήθως με ένα χαμόγελο επιφύλαξης για την προσπάθεια αναμέτρησης με το χάος αυτού του βασιλείου, ο αναγνώστης μένει τελικά με την εντύπωση ότι πραγματικά τίποτε δεν είναι ανέφικτο, ακόμα και η δημιουργία μέσα από τα έργα των δημιουργών. Οσο για τη συνέχεια... ίσως ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου θελήσει να αναμετρηθεί ο ίδιος με τη δημιουργική γραφή, ίσως δηλαδή υποχωρήσει και υπακούσει στον δημιουργό που έχω την εντύπωση πως πάντα ζει μέσα του.

Έντυπη