ΚΟΣΜΟΣ

Φωτογραφίζοντας μια «άλλη» αμερικανική χώρα

Της Μαριλιασ Παπαθανασιου/ mpapathanasiou@kathimerini.gr

«Δεν υπάρχει νομίζω νέγρος στην Αμερική που δεν ένιωσε λιγότερο ή περισσότερο, σε κάποια περίοδο της ζωής του, έντονο ή λιγότερο έντονο, αλλά πάντως καθαρό και απροκάλυπτο μίσος. Δεν υπήρξε νέγρος που δεν θέλησε να σπάσει τα μούτρα οποιουδήποτε λευκού συναντούσε, που δεν επιθύμησε, από άγριο αίσθημα εκδικητικότητας, να βιάσει τις γυναίκες των λευκών και να τις εξευτελίσει, όπως είχαν εξευτελίσει τον ίδιο. Δεν υπήρχε νέγρος που δεν αναγκάστηκε να προσαρμοστεί, έστω και πρόσκαιρα, στους «αράπηδες» που τον περιέβαλλαν και στον «αράπη» που έκρυβε μέσα του». Αυτά έγραφε ο Τζέιμς Μπόλντουιν, κορυφαίος Αμερικανός συγγραφέας του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, σε δοκίμιό του πριν από μερικές δεκαετίας. Στο αριστούργημά του, το μυθιστόρημα με τίτλο «Μια άλλη χώρα», του 1962, (που μεταφράστηκε στα ελληνικά στις αρχές της δεκαετίας του 1980, από τις εκδόσεις Οδυσσέας), ο Μπόλντουιν καταγράφει με μοναδικό τρόπο τις μεταπτώσεις των μαύρων ηρώων του που προσπαθούν να ξεπεράσουν τα όρια της λευκής Αμερικής. Το μίσος τους ήταν μόνο ως ένα βαθμό το κίνητρό τους. Στην ουσία προσπαθούσαν απεγνωσμένα, όπως και οι λευκοί ήρωες του βιβλίου, να εξερευνήσουν μια «άλλη χώρα», πέρα από αυτή που τους είχαν υποδείξει ότι ανήκουν.

Είκοσι χρόνια πριν από την κυκλοφορία της «Αλλης χώρας», το 1942, ένας νεαρός μαύρος φωτογράφος, ο Γκόρντον Παρκς, έφτανε στην Ουάσιγκτον με αποστολή να φωτογραφίσει τους κατοίκους της αμερικανικής πρωτεύουσας. Τα εστιατόρια των λευκών του επέτρεπαν να μπει μόνο από την πίσω πόρτα, στα θεάτρα των λευκών του απαγόρευαν εντελώς την είσοδο. Συνέχισε να περιπλανιέται μέχρι που συνάντησε την Ελα Ουότσον, μια μαύρη Αμερικανίδα που εργαζόταν ως καθαρίστρια στο κτίριο της αμερικανικής διοίκησης για την ασφάλεια των αγροτών, (FSA) μια υπηρεσία πoυ είχε συστήσει η αμερικανική κυβέρνηση. Ο Παρκς άρχισε να τη ρωτάει για τη ζωή της. Ηταν τόσο θλιβερή και παρότι είχε ιδίαν πείρα από ζόφο ζωής -γεννημένος σε μια πάμπτωχη οικογένεια του Κάνσας με 15 παιδιά, ορφανός από μητέρα, και αναγκασμένος να συντηρεί από τα δεκαπέντε του, τον εαυτό του, σε μια βαθιά ρατσιστική Αμερική- αισθάνθηκε ότι φωτογραφίζοντας την Ελα Γουότσον, φωτογράφισε αυτό που εισέπραττε ο ίδιος από την Ουάσιγκτον του 1942.

Μπροστά στην αστερόεσσα, η Ελα Γουότσον κρατάει στα χέρια της μια σκούπα και μια σφουγγαρίστρα και κοιτάει με απέραντη θλίψη τον φακό. Ο Παρκς ονόμασε τη φωτογραφία «Αmerican Gothic», όπως τον διάσημο πίνακα του ζωγράφου Γκραντ Γουντ, που απεικονίζει ένα ζεύγος λευκών Αμερικανών αγροτών. Η εφημερίδα Washington Post δημοσίευσε τη φωτογραφία και ο Παρκς έγινε περιζήτητος φωτορεπόρτερ. Τα χρόνια που ακολούθησαν συνεργάστηκε με περιοδικά, όπως το Life και παρότι κάλυψε σειρά θεμάτων, θυμόταν πάντα ότι αγόρασε μια φωτογραφική μηχανή ως όπλο ενάντια σε αυτό που μισούσε περισσότερο, «τον ρατσισμό, την έλλειψη ανεκτικότητας και τη φτώχεια».

Ο Γκόρντον Παρκς πέθανε σε ηλικία 93 ετών την περασμένη εβδομάδα. Ο θάνατός του ίσως να γίνει αφορμή να ανανεωθεί τον εδιαφέρον για το έργο του. Οπως σημείωσε ο βρετανικός Guardian, ο Παρκς δεν αρκέστηκε στο να είναι ένας σπουδαίος φωτορεπόρτερ, πιονιέρος και πηγή έμπνευσης για όλους τους μαύρους φωτογράφους. Στη μακρά ζωή του έγραψε επίσης μυθιστορήματα και ποιήματα, συνέθεσε τραγούδια και γύρισε ταινίες, η γνωστότερη από τις οποίες ήταν το «Shaft» του 1971, που γρήγορα θεωρήθηκε καλτ. Και όλα αυτά, γιατί ίσως αναζητούσε, όπως οι ήρωες του Τζέιμς Μπόλντουιν, τη δική του «άλλη χώρα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ