ΚΟΣΜΟΣ

Και τώρα, τι θα γίνωμεν χωρίς βαρβάρους;

Του Πετρου Παπακωνσταντινου

Στις 11 Μαρτίου 2006, ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς πέθανε στις φυλακές Σεβενίγκεν της Χάγης, αφού οι δεσμώτες του είχαν αρνηθεί τη μεταφορά του στη Μόσχα για την περίθαλψή του, παρότι υπέφερε από καρδιακά προβλήματα. Από τα κυριότερα στοιχεία του κατηγορητηρίου στο Διεθνές Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία ήταν η υποτιθέμενη συνενοχή του Βελιγραδίου στη σφαγή 8.000 Βοσνίων μουσουλμάνων στη Σρεμπρένιτσα, τον Ιούλιο του 1995.

Την περασμένη Δευτέρα, ένας άλλος θεσμός της διεθνούς δικαιοσύνης, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, που λειτουργεί υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, απάλλαξε μετά θάνατον τον Μιλόσεβιτς και τη χώρα του από την κατηγορία της γενοκτονίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπάρχουν πειστήρια που να αποδεικνύουν ότι το Βελιγράδι είχε υπό τον έλεγχό του τον στρατό των Σερβοβοσνίων και απέρριψε την καταβολή οικονομικής αποζημίωσης από τη Σερβία στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.

Πλύση εγκεφάλου

Η σφαγή της Σρεμπρένιτσα, μια από τις πιο αποτρόπαιες σελίδες του βοσνιακού εμφυλίου πολέμου, στάθηκε αφορμή για μια καταιγιστική πλύση εγκεφάλου από τα μεγαλύτερα μέσα ενημέρωσης της Δύσης, ώστε να εδραιωθεί στην κοινή γνώμη η εξίσωση «Σέρβοι=ναζί» και «Μιλόσεβιτς=νέος Χίτλερ».

Αντιθέτως, ο εξίσου εθνικιστής ηγέτης της Κροατίας, Φράνιο Τούτσμαν, ο οποίος εκόμπαζε -στο ύφος των Κροατών συνεργατών των ναζί «Ουστάτσι»- ότι ήταν ευτυχής που η γυναίκα του «δεν είναι ούτε Εβραία ούτε Σέρβα», αλλά και ο ισλαμιστής ηγέτης της Βοσνίας Ιζετμπέκοβιτς, που επιστράτευε μισθοφόρους της Αλ Κάιντα για φριχτές σφαγές Σέρβων, εμφανίζονταν ως αθώες περιστερές.

Τον Δεκέμβριο του 1995, όταν ο Μιλόσεβιτς υπέγραφε με τους Τούτσμαν και Ιζετμπέκοβιτς την ειρηνευτική συμφωνία που τερμάτισε τον βοσνιακό εμφύλιο υπό τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα των παρισταμένων Κλίντον, Κολ, Σιράκ, Μέιτζορ και Γκονζάλες, η σφαγή της Σρεμπρένιτσα ξεχάστηκε. Ξαναβγήκε στη φόρα μόλις το 1999, προκειμένου να δικαιολογηθεί η απόφαση να βομβαρδίζονται από αέρος επί 78 εικοσιτετράωρα αθώοι άνθρωποι στον πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου, τον πρώτο «ανθρωπιστικό πόλεμο» του ΝΑΤΟ, αυτόν τον ένοπλο βραχίονα της διεθνιστικής κεντροαριστεράς των Κλίντον, Σρέντερ, Μπλερ, Ζοσπέν, Ντ' Αλέμα, Σολάνα, Φίσερ, Κουσνέρ κ.ά.

Μετά την απόφαση-κόλαφο του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, θα περίμενε κανείς κάποια ψελλίσματα, έστω, αυτοκριτικής από όλους εκείνους που είχαν σπεύσει, τον πικρό Απρίλη του 1999, να χειροκροτήσουν την πολεμική εκστρατεία κατά της Σερβίας, στηρίζοντας, ουσιαστικά, τη λογική της συλλογικής τιμωρίας ενός ολόκληρου έθνους. Αντί γι' αυτό, οι πιο «θαρραλέοι» εξ αυτών πιάστηκαν από το σημείο της απόφασης του Δικαστηρίου, που καταλογίζει στη Σερβία ότι δεν έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για την αποτροπή της σφαγής στη Σεμπρένιτσα, για να εμφανισθούν περίπου ως δικαιωμένοι.

Στόχευαν αλλού

Οπως σημείωνε, όμως, ο Τζον Λάφλαντ στον Guardian της περασμένης Τετάρτης, «η Γιουγκοσλαβία δεν είχε στρατεύματα στη Βοσνία και το μεγαλύτερο μερίδιο ενοχής ανήκει σε εκείνες τις χώρες που είχαν στρατεύματα, ιδίως στο ολλανδικό τάγμα μέσα στην ίδια τη Σρεμπρένιτσα. Επιπλέον, στη διάρκεια του βοσνιακού εμφυλίου, εξέχουσες προσωπικότητες της Δύσης, συμπεριλαμβανομένων του Αμερικανού στρατηγού Ουέσλι Κλαρκ και του Βρετανού Τζον Ριντ, συναγελάζονταν με Σερβοβόσνιους ηγέτες, που σήμερα παραπέμπονται για γενοκτονία».

Οκτώ χρόνια μετά τον τερματισμό των πολέμων στην πρώην Γιουγκοσλαβία είναι ηλίου φαεινότερον ότι η μονομερής επίκληση υπαρκτών εγκλημάτων πολέμου με θύτες Σέρβους ή Σερβοβόσνιους εξυπηρετούσε οτιδήποτε άλλο εκτός από ανθρωπιστικές επιδιώξεις: Την υπονόμευση του Συμβουλίου Ασφαλείας που, όπως και στην περίπτωση του Ιράκ, δεν είχε δώσει το «πράσινο φως» στον πόλεμο.

Τη δημιουργία κρατών-προτεκτοράτων των ΗΠΑ στην καρδιά της Ευρώπης. Την αποκοπή της Ρωσίας από τα Βαλκάνια και τη στέρηση οποιασδήποτε εξόδου της προς τη Μεσόγειο. Την επινόηση μιας καινούργιας αιτίας ύπαρξης του ΝΑΤΟ, που είχε ξεμείνει από «δαίμονες» μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ και την προς Ανατολάς επέκτασή του μέχρι τα ρωσικά σύνορα.

Το καλοκαίρι του 2003, στον απόηχο του πολέμου εναντίον του Ιράκ, το Τέταρτο Πρόγραμμα Ραδιοφωνίας του BBC αφιέρωσε μια ολόκληρη εκπομπή στο ποίημα του Καβάφη «Περιμένοντας τους βαρβάρους». Ο πρώην βουλευτής των Συντηρητικών, Μάθιου Πάρις, σχολίαζε ότι «υπάρχουν μεγάλες αναλογίες ανάμεσα στον κόσμο που παρουσιάζει ο Καβάφης και στον δικό μας κόσμο, όπου ο λαός δεν έχει απολύτως καμία ιδέα για το τι ακριβώς συμβαίνει -αν υπάρχει στ' αλήθεια η Αλ Κάιντα με τη μορφή που μας παρουσιάζουν οι πολιτικοί ή αν πρόκειται για μυθοπλασία- αφού τον κρατούν στο σκοτάδι».

Ο Πάρις σημείωσε ότι κάθε κοινωνία, κάθε εποχή, έχει την τάση να παράγει τους δικούς της «βαρβάρους» και ότι οι πολιτικοί έχουν ανάγκη να τα βλέπουν όλα μαύρα ή άσπρα, να φτιάχνουν μύθους, να έχουν πάντα απέναντί τους μια «δύναμη του κακού».

Θυμηθείτε, είπε ο συντηρητικός Βρετανός, το κυνήγι μαγισσών την εποχή του μακαρθισμού και το ποίημα του Εντουαρντ Φλιντ, που παράφρασε τον Καβάφη, «Περιμένοντας τους κομμουνιστές». Θυμηθείτε, θα λέγαμε σήμερα, την εποχή των «Σέρβων-ναζί», του «Μιλόσεβιτς-Χίτλερ», της «Σρεμπρένιτσα-Αουσβιτς», και σκεφτείτε τι θα κάνουν οι οπαδοί του ένοπλου ανθρωπισμού χωρίς τους δικούς τους βαρβάρους που, παρ' όλα αυτά, ήσαν μια κάποια λύση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ