ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Χάρτης του «γλωσσικού ναρκοπεδίου»

Του Παντελη Μπουκαλα

Νίκος Σαραντάκος: «Γλώσσα μετ' εμποδίων. Συμβολή στη χαρτογράφηση του γλωσσικού ναρκοπεδίου». Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2007, σελ. 372.

Γωνιακό το ιατρείο της γειτονιάς, στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας, έχει δύο πινακίδες. Μια μεγάλη προς τον κεντρικό δρόμο, μια μικρότερη προς τον κάθετο δρομάκο. Η μεγάλη είναι καινούργια, το δείχνουν και τα χρώματά της, που δεν τα θόλωσαν ακόμα τα καυσαέρια και οι βροχές. Η μικρή, αρκετά παλαιότερη. Καινούργια όμως είναι και η ορθογραφία της «κεντρικής» πινακίδας: «Ορθοπαιδικός», με άλφα γιώτα. Η πλαϊνή, που εκ πραγμάτων απευθύνεται σε λιγότερα μάτια, έμεινε στα παλιά: «Ορθοπεδικός», με έψιλον. Ενας ευδιάκριτος, σχεδόν κραυγαλέος ορθογραφικός διχασμός που δεν είναι απίθανο να αποτελεί το αποτύπωμα, την εκδήλωση ενός βαθύτερου, γλωσσικού διχασμού. Γιατί στα μέρη μας ακόμα και το πώς θα ορθογραφήσουμε μια λέξη έχει αποβεί συχνά, συχνότατα, ζήτημα ιδεολογίας, όχι «καθαρής» επιστήμης.

Ο «ορθοπαιδικός/ορθοπεδικός» λοιπόν είναι ένα από τα ορθογραφικά διλήμματα που ανέκυψαν σχετικά πρόσφατα· είναι περίπου συνομήλικο του «Γουδή/Γουδί» και πάντως πολύ νεαρότερο του «αυγό/αβγό» ή του «αυτί/αφτί». Προφανώς ο συνοικιακός γιατρός, όπως και οι περισσότεροι συνάδελφοί του, έσπευσε να συμμορφωθεί στην εντολή του συλλόγου, ο οποίος υιοθέτησε την ορθογράφηση που πρότεινε το Λεξικό Μπαμπινιώτη· από τα άλλα, ευρύτερα χρησιμοποιούμενα Λεξικά, του Κριαρά και το Μείζον Τεγόπουλου-Φυτράκη δίνουν μόνο το «ορθοπεδικός», ενώ το Λεξικό Τριανταφυλλίδη δίνει το λήμμα «ορθοπαιδικός» για να παραπέμψει στο «ορθοπεδικός», και ξέρουμε τι σημαίνει αυτό. Ναι, και το ποιο Λεξικό θα αποφασίσουμε να χρησιμοποιούμε σαν βασικό ή και μοναδικό δεν είναι άμοιρο ιδεολογίας.

Με το λήμμα «ορθοπαιδικός/ορθοπεδικός» δεν ασχολείται ο Νίκος Σαραντάκος στο βιβλίο του «Γλώσσα μετ' εμποδίων», μια όντως αποδοτική «συμβολή στη χαρτογράφηση του γλωσσικού ναρκοπεδίου», κατά τον υπότιτλό του. Καταπιάνεται όμως με πολλές άλλες περιπτώσεις όπου η υπερετυμολόγηση, η «δικτατορία της ετυμολογίας», όπως την αποκαλεί, απαίτησε (και εν μέρει επέβαλε) την επιστροφή είτε σε γραφές παλαιότατες, που ωστόσο έπαψαν να χρησιμοποιούνται πολλές δεκαετίες τώρα, είτε σε γραφές οι οποίες δεν υπήρξαν καν στην αρχαιότητα, που συνήθως την επικαλούμαστε για να επικυρώσουμε τη μια ή την άλλη αυθαιρεσία μας (και όχι απλώς εικασία). Ετσι, και για να έρθει πιο κοντά υποτίθεται η αναορθογραφημένη λέξη στο «ετυμολογικό ίνδαλμά της» προτάθηκε το «τσηρώτο», το «αγώρι» ή ο «κροκόδιλος», με ορατό τον κίνδυνο να πάψουμε να αναγνωρίζουμε την εικόνα των λέξεων, με την οποία μας έχει εξοικειώσει η χρήση δεκαετιών.

Μεταφραστής επί ένα τέταρτο του αιώνα, δοκιμιογράφος και διηγηματογράφος ο Νίκος Σαραντάκος, όπως σημειώνει στον πρόλογό του, «ερασιτεχνικά έχει ασχοληθεί κάμποσα χρόνια με τη φρασεολογία, τη λεξικογραφία καθώς και με την ετυμολογία και τα αντιδάνεια». Το βιβλίο του απαρτίζεται από μερικές δεκάδες κείμενά του γι' αυτό «το άτιμο και ανυπόταχτο πράγμα, τη γλώσσα»· τα περισσότερα γράφτηκαν την τελευταία πενταετία και πρωτοδημοσιεύτηκαν στην ιστοσελίδα του. Η ύλη είναι ταξινομημένη σε τέσσερις ενότητες: «Μύθοι για τη γλώσσα», «Λαθοθηρίας έλεγχος», «Δασείας καταίρεσις», όπου επιχειρεί «να αντικρούσει ψέματα ή μισές αλήθειες που έχουν γραφτεί για το μονοτονικό», και «Νεοκαθαρευουσιάνικο κοτσανολόγιο». Ενα «Ιντερλούδιο» για τη γραμματική και τα θηλυκά, ένα Επίμετρο και τρία χρησιμότατα Ευρετήρια συμπληρώνουν τον τόμο, που παρά τις αναμενόμενες επαναλήψεις και επικαλύψεις, διαβάζεται σαν ενιαίο αφήγημα, χάρη στη γλώσσα του, ελευθερωμένη και θερμή και όχι επιστημονικοπρεπώς ψυχρή και στο χιούμορ που οξύνει τις σκέψεις του συγγραφέα.

Οι μύθοι, λοιπόν, τα ψέματα και οι μισές αλήθειες είναι ορισμένες από τις γλωσσικές «νάρκες» που εντοπίζει ο Σαραντάκος. Και όχι μόνο τις εντοπίζει, αλλά προσδιορίζει και την «ιδεολογική» τους προέλευση, αναγνωρίζει τους λόγους για τους οποίους σκορπίστηκαν στο γλωσσικό πεδίο και κατορθώνει να τις απενεργοποιήσει. Γνώμη για τη γλώσσα έχουμε σχεδόν όλοι, όπως το βλέπουμε κάθε φορά που αναζωπυρώνεται με τη μια ή την άλλη αφορμή το γλωσσικό μας ζήτημα. Ο Σαραντάκος φροντίζει να στηρίζει τη γνώμη του στη γνώση του θέματος που τον απασχολεί, πράγμα που δεν είναι τόσο αυτονόητο όσο φαίνεται, αφού σαν αυτονόητο έχει επικρατήσει το εντελώς αντίθετο: να «θεμελιώνουμε» την άποψή μας στο εγώ μας και μόνο, στη μικρή ή τη μεγάλη εξουσία μας, στο αξίωμά μας (πολιτικό, εκκλησιαστικό, πανεπιστημιακό ή και δημοσιογραφικό).

Στις απόψεις, λοιπόν, δεν αντιτάσσει απόψεις, αλλά επιχειρήματα, όσα προκύπτουν ύστερα από προσεκτική ιστοριογραφική και γλωσσολογική προσέγγιση του εκάστοτε ζητήματος. Σταθεροί και αποτελεσματικοί επίκουροί του είναι η μηχανή αναζήτησης Γκουγκλ και ο ψηφιακός δίσκος TLG (Thesaurus Linguae Graecae) του Πανεπιστημίου Ιρβάιν της Καλιφόρνιας, που έχει αποθησαυρίσει όλα τα κείμενα της αρχαιοελληνικής γλώσσας, δίνοντάς μας έτσι τη δυνατότητα να εντοπίσουμε και να καταμετρήσουμε πόσες φορές και από ποιους χρησιμοποιήθηκε ο ένας ή ο άλλος τύπος μιας λέξης· με τη βοήθεια του TLG, επί παραδείγματι, αποδεικνύει πόσο αναιτιολόγητη είναι η «μόδα» αντικατάστασης του «έωλου» από τον «αίολο», αφού επίθετο «αίολος» δεν απαντά σε κανένα αρχαιοελληνικό κείμενο, ενώ το «έωλος», που τώρα οβελίζεται «ήδη από τον 3ο αιώνα και αδιατάρακτα στη συνέχεια πήρε τη μεταφορική σημασία «αστήρικτος», όπως μαρτυρείται από δεκάδες χωρία» (παρεμπιπτόντως, ο δαίμων του τυπογραφείου πρέπει να 'ναι υπερετυμολογιστής κι αυτός, αφού βρήκε να χώσει την ουρίτσα του ακριβώς στο λήμμα «έωλος» του Ευρετηρίου, δίνοντας λαθεμένες σελίδες).

Ο τρόπος με τον οποίο ο Σαραντάκος αποκαθηλώνει ορισμένους από τους μύθους για την ελληνική γλώσσα που διακινούνται στο Διαδίκτυο, στον Τύπο αλλά και στη Βουλή των Ελλήνων αποδεικνύεται ιδιαίτερα αποδοτικός. Ακόμα κι αν πρόκειται για καταφανώς αστήρικτα μυθεύματα (λόγου χάρη ότι η ελληνική διαθέτει έξι εκατομμύρια λέξεις, ότι τα αγγλικά, όπως «και όλες οι ευρωπαϊκές γλώσσες», είναι ελληνική διάλεκτος και το daddy «βγαίνει από το ομηρικό τέττα», κ.λπ.) τα παίρνει στα σοβαρά, ώστε να τα καταρρίψει με τεκμήρια και όχι με αναπόδεικτους ισχυρισμούς ή απλώς διά του καγχασμού. Ετσι, ξηλώνει μεθοδικά τον δημοφιλή «μύθο της μιας ψήφου», σύμφωνα με τον οποίο για μία και μόνη ψήφο η ελληνική δεν έγινε επίσημη γλώσσα των νεοσύστατων Ηνωμένων Πολιτειών, το 1776 ή τη φαντασιοκοπία ότι η ελληνική γλώσσα είναι η μόνη «νοηματική» και μόνο αυτήν δέχονται οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές.

«Ολες οι γλώσσες είναι δύσκολες, αλλά η δική μας, ελληνική, επειδή πιάνει τόσες χιλιάδες χρόνια είναι διπλά και τρίδιπλα δύσκολη. Λεξικό δυσκολεύεται να την αγκαλιάσει και γραμματικός να τη δαμάσει», σημειώνει ο Σαραντάκος για να προσθέσει ότι «πριν αρχίσουμε να βγάζουμε αγράμματους όσους χρησιμοποιούν μια εκδοχή διαφορετική από αυτήν που ξέρουμε ή αυτήν που έτυχε να δούμε πρώτη», φρόνιμο είναι «να ανοίγουμε και κανένα άλλο λεξικό». Τον κανόνα αυτόν, της διασταύρωσης, του ελέγχου, της επίμονης και επίπονης αναζήτησης, τον σέβεται πρώτα ο ίδιος. Κι αυτό είναι ένα από τα κύρια προτερήματα της δουλειάς του. Οσο για το αποτέλεσμά της, πρώτος ο συγγραφέας θα ξέρει ότι οι μύθοι, έστω και οι ξηλωμένοι, ακούγονται πάντοτε γλυκύτεροι από τις άβολες αλήθειες. Αρκετοί «ελληνέμποροι» και λόγιοι ανάμεσά τους, θα συνεχίσουν να πιστεύουν ότι «χάσαμε για μία ψήφο», ακριβώς όπως πιστεύουν τη διαβόητη «ανθελληνική» δήλωση του Κίσινγκερ κι ας έχει αποδειχθεί ότι δεν έγινε ποτέ.

Έντυπη