ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η «αγορασμένη» ειρήνη και το C4Ι

Του Τασου Τελλογλου

Η εμπλοκή του αμαρτωλού τμήματος τηλεπικοινωνιών της μητρικής Siemens στο έργο της ολυμπιακής ασφάλειας του 2004 (το περίφημο C4Ι) ήταν πιο εκτεταμένη απ' ό,τι εθεωρείτο αρχικά. Οπως έγινε γνωστό από καταθέσεις στελεχών της εταιρείας στο Μόναχο, ο κ. Ράινχαρντ Σίκατσεκ, εμπορικό στέλεχος των τηλεπικοινωνιών, είχε έρθει με ένα ακόμα τεχνικό στέλεχος της μητρικής εταιρείας τηλεπικοινωνιών στην Αθήνα για να «εκτιμήσει» το έργο πριν από τους Αγώνες της Αθήνας. Και ο κ. Πρόδρομος Μαυρίδης -πρώην στέλεχος της εταιρείας και εμπλεκόμενος στο σκάνδαλο- είχε μεταβεί με τρεις ακόμα συναδέλφους του στα γραφεία της εταιρείας τηλεπικοινωνιών για να λάβει μέρος στην παρουσίαση του έργου.

Ολα αυτά, προφανώς τα αγνοούσε ο πρώην υπουργός Δημ. Τάξης κ. Βύρων Πολύδωρας όταν μονολογούσε θυμοσοφώντας για το σύστημα ολυμπιακής ασφάλειας ότι «αγοράσαμε ειρήνη». Μια ειρήνη όμως που το ελληνικό Δημόσιο πλήρωσε πολύ ακριβά, καθώς γρήγορα κάθε λογής αξιωματούχοι ενεπλάκησαν στον άγριο πόλεμο δύο ομίλων «για το ποιος από τους δύο θα κερδίσει το συμβόλαιο της ολυμπιακής ασφάλειας».

Ηταν στόχος τα 211 εκατ. ευρώ

Μετά τους «δίδυμους πύργους» η κυβέρνηση Σημίτη έθεσε στόχο να προμηθευτεί ένα σύστημα ασφάλειας για τους Αγώνες του 2004 έναντι του ποσού -στόχου των 211 εκατ.ευρώ. Το σύστημα αυτό θα περιελάμβανε κάμερες, κέντρα συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών ανά εγκατάσταση και ανά σώμα, λογισμικό, ελικόπτερα, αερόστατο, επικοινωνίες αλλά και εκπαίδευση.

Οι προδιαγραφές του έργου ήταν ένα «μωσαικό» από διάφορες «πηγές» με ακριβότερη την εταιρεία συμβούλων Boartes, την «εκλεκτή» της ΔΟΕ.

Το ΤΕΤΡΑ σαν σύστημα, εντάχθηκε στο πακέτο «προς αγορά» στις 31 Ιουλίου του 2002, σύμφωνα με ανακοίνωση που κοινοποίησε την περασμένη εβδομάδα ο πρώην υφυπουργός Δημ. Τάξης κ. Ευ. Μαλέσιος και 29 ημέρες αργότερα «αποφασίστηκε η συγκρότηση επιτροπής σχεδιασμού και παρακολούθησης του έργου για τα επιχειρησιακά Κέντρα Ασφάλειας». Ταυτόχρονα εκδόθηκαν και οι προδιαγραφές για ολόκληρο το σύστημα ασφαλείας. Δύο μέρες αργότερα, στις 31 Αυγούστου 2002, υπογράφεται συμφωνία μεταξύ της μητρικής Siemens και της ελληνικής Siemens για «παροχές» που έπρεπε να παράσχει η εταιρεία Weavind στην ελληνική Siemens. Το συμβόλαιο παραδίδει στην Εισαγγελία του Μονάχου κατά τη διάρκεια της ανάκρισής του ο γνωστός, πια, κ. Ράινχαρντ Σίκατσεκ διαχειριστής των «μαύρων ταμείων». Φυσικά η ελληνική Siemens επιμένει ότι οι πληρωμές αυτές δέν είχαν σχέση με το ολυμπιακό έργο και ότι έγιναν πολύ σκληρές διαπραγματεύσεις, αλλά οι ημερομηνίες... ταιριάζουν. Στην πρώτη του κατάθεση στην ανακρίτρια Μπόιμλερ -Χεσλ ο κ. Σίκατσεκ λέει επί λέξει: «Τα χρηματοδοτικά εγχειρήματα Ολυμπιακοί Αγώνες Αθήνας, Τέλεκομ Αιγύπτου κ.λπ. είναι «κόπιες», δηλαδή αυτά τα έργα υπήρχαν, χρησιμοποιούσαμε όμως άλλα ονόματα για τη διαχείριση των «διακριτικών» πληρωμών».

Οι άνθρωποι της Siemens λένε ότι έμαθαν την εκδήλωση ενδιαφέροντος του ελληνικού κράτους για το έργο της ολυμπιακής ασφάλειας από επιστολές που είχαν σταλεί από την κυβέρνηση σε ξένες πρεσβείες, στην περίπτωση της Siemens στη γερμανική πρεσβεία. Αυτό δεν είναι ακριβές. Η γερμανική εταιρεία στο παρελθόν είχε συνεργαστεί με τον Ελληνα αντιπρόσωπο της αντίπαλης κοινοπραξίας και διέθετε ήδη αρκετές «άκρες» στο υπουργείο Αμυνας που είχε επιφορτιστεί με τη διενέργεια του διαγωνισμού. Σε κάθε περίπτωση στις 6 Σεπτεμβρίου του 2002 το υπουργείο Εθνικής Αμυνας στέλνει στις τρεις κοινοπραξίες (Λόκχιντ -Τιτάν, SAIC -Siemens και TRS -Thales) πρόσκληση για εκδήλωση ενδιαφέροντος. Μάλιστα δίνει παράταση επειδή η Siemens δηλώνει ότι δεν προλαβαίνει να καταθέσει προσφορά.

Στις 14 Οκτωβρίου του 2002 κατατίθενται προτάσεις από δύο κοινοπραξίες την TRS και τη SAIC. Η τρίτη σύμπραξη Λόκχιντ-Τιτάν αποσύρεται, καθώς δεν επιθυμεί να συμμετάσχει σε διαγωνισμό αλλά ελπίζει σε μια απευθείας ανάθεση.

Εκπρόσωποι του ΥΕΘΑ που συγκρίνουν τις δύο προσφορές μιλούν για «καλύτερη τεχνικά προσφορά της TRS, αλλά πολύ φθηνότερη της SAIC». Η αξιολόγηση αυτή φθάνει στα «αυτιά» της SAIC και οι αξιωματούχοι του υπουργείου Αμυνας θεωρούν ότι υπάρχει κάποιος στον «στενότερο κύκλο» των κρινόντων που δίνει πληροφορίες. Από το σημείο αυτό η SAIC αντιμετωπίζει με εξαιρετική καχυποψία το υπουργείο Εθνικής Αμυνας που θεωρεί ότι «παίζει το παιχνίδι των άλλων». Αρχίζει ένας αδυσώπητος πόλεμος με κάθε μέσο. Χρήματα για πληροφορίες, διαρροές στον Τύπο, απειλές, φήμες. Η δουλειά είναι μεγάλη. Η πρόταση της TRS θα στοιχιζε 441 εκατομμύρια ευρώ και της SAIC 416 εκατομμύρια, η απόσταση ώς τα 211 εκατ. του «στόχου» είναι μακρινή. Το ΚΥΣΕΑ αποφασίζει να κηρύξει τις διαπραγματεύσεις άγονες μετά το «Καλύτερη και Τελική Προσφορά και των δύο Ομίλων» που κυμαίνεται γύρω στα 300 εκατομμύρια, με φθηνότερη εκείνη της SAIC. Ο γενικός γραμματέας εξοπλισμών του ΥΕΘΑ κ. Σπύρος Τραυλός καλεί εκπροσώπους και των δύο κοινοπραξιών στο ΥΕΘΑ να τους προτείνει να «μοιραστούν» το έργο. Η συνάντηση διαρκεί ένα δεκάλεπτο και κυρίως οι Ελληνες υπεργολάβοι των δύο ομίλων (ΑΛΤΕΚ, ΔΙΕΚΑΤ, ΠΟΥΛΙΑΔΗΣ, ΔΕΛΤΑ /ΣΙΝΓΚΙΟΥΛΑΡ) προτιμούν να μην ακουν αυτό το ενδεχόμενο...

Ετσι γίνονται διαδοχικοί γύροι διαπραγματεύσεων για το τελικό τίμημα με πρόταση από το νομικό γραφείο του τότε πρωθυπουργού κ. K. Σημίτη. Στόχος να «προσεγγισθούν» τα 250 εκατομμύρια ευρώ. Στους αλλεπάλληλους αυτούς γύρους αντέχει η SAIC που κερδίζει το συμβόλαιο στις 13 Μαρτίου του 2003 για 255 εκατομμύρια ευρώ. Η διαμόρφωση της σύμβασης διαρκεί ένα δίμηνο και σύμφωνα με την κοινοπραξία SAIC, το ΥΕΘΑ χρησιμοποιεί σε κάποια φάση της νομικό γραφείο της Αθήνας που συμβούλευε την αντίθετη κοινοπραξία: «Μέχρι το τέλος ήθελαν να μας πετάξουν εξω...». Από την πλευρά τους παραδέχονται ότι χρησιμοποίησαν νομικές συμβουλές γραφείου που είχε συμβουλεύσει την αντίπαλη κοινοπραξία, διευκρινίζουν όμως ότι το θέμα για την «TRS είχε λήξει». Με τη διαμόρφωση της σύμβασης ήθελαν απλά να διαφυλάξουν τα συμφέροντα του ελληνικού Δημοσίου.

Το ΤΕΤΡΑ

Οι δοκιμές το καλοκαίρι του 2004, δείχνουν ότι το ΤΕΤΡΑ λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο της σύμβασης, καλύπτοντας το 95%της Αττικής.

Οταν μετά τους Αγώνες ο υφυπουργός Δημ. Τάξης Χρ. Μαρκογιαννάκης αρνείται να πληρώσει γιατί άλλα στοιχεία του συστήματος ασφάλειας πλην του ΤΕΤΡΑ δεν λειτουργούν, η SAIC προσφεύγει στη διαιτησία. Είναι λίγο πριν που ο κ. Μιχάλης Χριστοφοράκος σύμφωνα με μια κατάθεση στην Εισαγγελία του Μονάχου εισηγείται νέες «διακριτικές πληρωμές», ενώ ήδη το καλοκαίρι του 2004 έχουν εισρρεύσει μέσω της Weavind και μιας άλλης εταιρείας, της αυστριακής ΚΡΟΜΑ, 3,8 εκατ. ευρώ.

Τελικά η σύμβαση υπογράφεται δυόμισι χρόνια μετά τους Αγώνες από τον κ. Πολύδωρα. Οι τεχνικοί του σύμβουλοι στην Αστυνομία αρνούνται όμως τον Μάιο του 2007 να παραλάβουν το ΤΕΤΡΑ. Ο κ. Πολύδωρας συγκροτεί μια επιτροπή επίλυσης διαφορών, όπως του έδινε το δικαίωμα ο νόμος, και το ΤΕΤΡΑ παραλαμβάνεται τελικά ένα μήνα αργότερα, στις 29 Ιουνίου του 2007.

Δυόμισι μήνες αργότερα πληρώνεται η Siemen» για το ΤΕΤΡΑ - για τη χρήση που έχει γίνει μέχρι τότε. Το ελληνικό κράτος έχει πληρώσει περίπου 30 από τα 104 εκατομμύρια ευρώ που θα στοιχίσει μετά τις περικοπές.

Εμπόδια από την ελβετική Εισαγγελία

Σοβαρά προβλήματα αντιμετωπίζουν οι τρεις δικαστικοί λειτουργοί της Εισαγγελίας Αθηνών για τη μετάβασή τους στην Ελβετία, καθώς η Εισαγγελία της Βέρνης δέχεται μεν τη μετάβασή τους εκεί, δεν τους δίνει τη δυνατότητα ωστόσο να πάρουν αντίγραφα των λογαριασμών τού πρώην στελέχους της Siemens Πρόδρομου Μαυρίδη, ούτε και των δύο καταθέσεων που ο ίδιος έχει κάνει την άνοιξη του 2006. Η στάση αυτή της ελβετικής Εισαγγελείας προκαλεί προβληματισμό, καθώς από τις αρχές του 2007 είχε αποδεχθεί κατ' αρχήν το αίτημα δικαστικής συνδρομής των ελληνικών αρχών. Το περιεχόμενο των απαντήσεων επιβεβαιώθηκε χθες από πηγές της Εισαγγελίας της Βέρνης. Σύμφωνα μάλιστα με το ελβετικό Δίκαιο οι εισαγγελείς στην Ελβετία θα δώσουν το δικαίωμα στον συνήγορο του κ. Μαυρίδη, κ. Θέμη Σοφό, να υποβάλει ένσταση στο αίτημα των ελληνικών αρχών για ανάγνωση εγγράφων και λογαριασμών, δικαίωμα που έχει ο κ. Σοφός να ασκήσει εντός δεκαημέρου. Στη συνέχεια όπως είχε γίνει και με τους λογαριασμούς της κ. Μπουρμπούλια τοπικό δικαστήριο θα αποφασίσει ύστερα από εισήγηση της Εισαγγελίας. Γερμανικοί δικαστικοί κύκλοι ανέφεραν ότι η στάση αυτή της Εισαγγελίας της Βέρνης ερμηνεύεται και από το γεγονός ότι οι ελβετικές αρχές έχουν δεσμεύσει κάπου 200 εκατομμύρια ευρώ που διακινούσε η μητρική Siemens σε ελβετικούς λογαριασμούς που οι ελβετικές Αρχές θα ηθελαν να κρατήσουν. Πάνω από το 10% αυτών των χρημάτων αφορούν το «μερίδιο» της Siemens Hellas σε «μαύρα ταμεία», ποσό που επίσης θα κατασχεθεί αν οι ελληνικές εισαγγελικές Αρχές δεν καταφέρουν να αποδείξουν στους Ελβετούς ποιοι είναι οι παραλήπτες των χρημάτων και στo πλαίσιo ποιας παράνομης πράξης. Υπό το φως αυτών των εξελίξεων οι Ελληνες εισαγγελείς θα ταξιδέψουν πρώτα στο Μόναχο όπου η τοπική Εισαγγελία παρουσιάζεται περισσότερο συνεργάσιμη...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ