ΕΛΛΑΔΑ

Από Καλαμαριά στον Πόντο για μια σχέση ζωής

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στις προσφυγικές παράγκες της Καλαμαριάς με ιστορίες από τη Μαύρη Θάλασσα. Τα βιώματα και τα ακούσματα από τις ιστορίες της γιαγιάς του για την Αργυρούπολη, την Τραπεζούντα, την Κρώμνη και το Βατούμ τον οδήγησαν σ' ένα ταξίδι-προσκήνυμα στον Πόντο και έγιναν η αφορμή για πενήντα δύο διαδοχικές επισκέψεις, τριάντα πέντε βιβλία, ένα βραβείο Ιπεκτσί κι ένα βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Αναζητώντας τις εστίες των προγόνων του βρήκε μαζί φιλίες και άρρηκτους δεσμούς.

Ο Γιώργος Ανδρεάδης, ο γνωστός συγγραφέας και κήρυκας της ελληνοτουρκικής φιλίας, βραβευμένος το 1992 με το βραβείο Ιπεκτσί και το 2000 με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών «διά το συγγραφικό του έργο, αλλά και διά την αφύπνιση των εναπομεινάντων εξισλαμισθέντων Ποντίων της Μαύρης Θάλασσας», απελάθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1998 από τη γείτονα χώρα εξαιτίας της επιρροής που είχαν τα βιβλία του.

Μιλώντας στην «Κ» εκμυστηρεύεται πως τίποτα απ' όλα αυτά δεν του έχουν αλλάξει άποψη για τη «σχέση ζωής» με τον Πόντο και την Τουρκία που ξεκίνησε το 1960, όταν, σε ηλικία 23 χρόνων, ταξίδεψε από τη Γερμανία όπου σπούδαζε μέχρι την Τραπεζούντα για να επισκεφθεί τα πάτρια εδάφη.

Μεγάλωσε σε «άκρως αντιτουρκικό περιβάλλον», όπως είπε, καθώς ο πατέρας του Κυριάκος υπήρξε βουλευτής στη Βουλή του Ανεξάρτητου Πόντου και καταδικάστηκε ερήμην εις θάνατον από τα δικαστήρια ανεξαρτησίας το 1921 στην Αμάσεια, αλλά και οι υπόλοιποι συγγενείς του είχαν ανάμειξη στο Ποντιακό ζήτημα. Αντίβαρο, όμως, υπήρξε η ακριβοδίκαιη γιαγιά του Αφροδίτη, που αφηγούνταν γύρω από το μαγκάλι στα «παρακάθια» στην παράγκα της οδού ΚΚΩ1 στην προσφυγική Καλαμαριά, ανθρώπινες ιστορίες από τη Μαύρη Θάλασσα, τα καλά και τα άσχημα, ιστορίες πόνου αλλά και χαράς, ιστορίες συνύπαρξης και φιλίας. Με αυτά τα βιώματα αλλά και την έξαρση του Κυπριακού το 1960, ο Γιώργος Ανδρεάδης, φοιτητής Πολιτικής Οικονομίας στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας τότε, αποφάσισε να ταξιδέψει σε Κωνσταντινούπολη, Αγκυρα και Σμύρνη προκειμένου να διερευνήσει το Κυπριακό, κάνοντας παράλληλα και ένα σύντομο πέρασμα από τον Πόντο για να φωτογραφίσει τα σπίτια και τις γειτονιές όπου έζησαν οι δικοί του. «Ούτε Αγκυρα είδα ούτε Πόλη ούτε τίποτα. Ο κόσμος στον Πόντο ήταν τόσο φιλόξενος που δεν μπορούσα να φύγω. Ολοι ήθελαν να με φιλοξενήσουν, να με ξεναγήσουν, να με φιλέψουν. Μιλούσαμε τούρκικα και ποντιακά κι αυτό τους ενθουσίαζε όσο κι εμένα. Ξεκίνησα να μείνω έξι μέρες στον Πόντο και έμεινα τελικά σαράντα. Κι αυτό έγινε σχέση ζωής».

Βρήκε ένα από τα πατρικά των παππούδων του (το κονάκι της Βαρενούς στην Κρώμνη), χάρη στις διηγήσεις της Αφροδίτης. «Ηταν η πρώτη νύχτα της ζωής μου που θα κοιμόμουν σε δικό μας σπίτι, αλλά και τι σπίτι! Σκέτο κονάκι!» γράφει στο βιβλίο του «Το σπίτι μου στον Πόντο». Η συγκίνησή του ήταν τέτοια που δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ