ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Τρυφερό αλλά και σαρκαστικό βιβλίο

Του Δημητρη Κωστοπουλου

Μιχάλης Μοδινός: «Η επιστροφή», εκδ. Καστανιώτης, σελ. 372, Αθήνα 2009

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ. Η επιστροφή σε γενέθλιους τόπους πάντα αποτελούσε αγαπημένο θέμα, τόσον της εγχώριας όσον και της αλλοδαπής λογοτεχνικής παραγωγής, καθώς αυτή συνοδεύεται σχεδόν πάντα από την απόψυξη εν είδει αναμνήσεων της παρελθούσας ζωής, γιατί όπως επισημαίνει και ο Μπέντζαμιν Μπλακ «όσο απομακρύνεσαι στον χώρο τόσο όλα συγχέονται, ενώ με τον χρόνο συμβαίνει το αντίθετο, όλα διασαφηνίζονται».

Η «Επιστροφή» του Μιχάλη Μοδινού ίσως να ολοκληρώνει λογοτεχνικά μια άτυπη τριλογία, καθώς μετά τη φυγή του Νικ -στην πραγματικότητα ο ήρωας τα βροντάει όλα κάτω- στη «Χρυσή Ακτή» (2005) και την αφρικανική περιπλάνηση του Ευστράτιου Ταταράκη τον 18ο αιώνα στον «Μεγάλο Αμπάι» (2007), είναι ο εβδομηντάχρονος αρχαιολόγος Απόστολος Ζήρας που επιστρέφει στο Πήλιο, τόπο της εφηβείας του τη δεκαετία του 1950. Με τη δομική ακινησία του συνταξιούχου που κουβαλάει στις αποσκευές του αυτή τη μαμή της κατάθλιψης τη «διογκούμενη περίσσεια του διαθέσιμου χρόνου».

Εισιτήριο στην πεζογραφία

Αυτή η τριλογία αποτελεί ουσιαστικά και το εισιτήριο εισόδου του πολυγραφότατου μέχρι τότε Μοδινού στον κόσμο της ελληνικής πεζογραφίας, αν και ο «Μεγάλος Αμπάι» του θα μπορούσε να ενταχθεί στην κοσμοπολίτικη γεωγραφική λογοτεχνία, με την αντικειμενική δυσκολία της ελληνικής γλώσσας να εμποδίζει επιτυχία ανάλογη αυτής που είχε π.χ. «Η μέτρηση του χρόνου» του Ντανιέλ Κελμάν. Ταυτόχρονα παραμένει και σε ένα βαθμό αυτοβιογραφική, καθώς την εποχή που η γενιά της μεταπολίτευσης αυτοκαταναλωνόταν στα αμφιθέατρα με θορυβωδώς καταρρέουσες ιδεολογίες, ο Μοδινός αναζητούσε ως νεαρός τοπογράφος μηχανικός τα αδιέξοδα της πραγματικής ζωής και ανάπτυξης στους Τροπικούς.

Με τα εφόδια ενός τεράστιου πραγματολογικού υλικού από τον «υπαρκτό κόσμο», θα αναδειχθεί σε κυρίαρχη μορφή του κριτικού λόγου για την ανάπτυξη, τόσον μέσα από το ιστορικό περιοδικό της «Νέας Οικολογίας», όσον και με τα πρώτα του βιβλία «Μύθοι της ανάπτυξης στους Τροπικούς», «Από την Εδέμ στο Καθαρτήριο», «Τοπογραφίες», «Η αρχαιολογία της ανάπτυξης». Η ατελέσφορη επαφή του με τον χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης και η αδυναμία του να ενταχθεί στο καθηγητικό κατεστημένο, ουσιαστικά τον απελευθέρωσε ώστε να κινηθεί απερίσπαστος όπως ομολογεί και η εφηβική εκδοχή του ήρωά του «προς τις οριακές εκείνες περιοχές, όπου η επιστήμη, μια και τελικά δεν τα βγάζει πέρα με την πραγματικότητα του φυσικού κόσμου, μετατρέπεται σε φιλοσοφία ή καλύτερα σε λογοτεχνία, μια αφήγηση που φωτίζει τα πράγματα με καθολικό τρόπο».

Αν και η σε βάθος γνώση των φυσικών οικοσυστημάτων τον παρασύρει σε μερικές εντυπωσιακές μεν, εξαντλητικές δε περιγραφές της πηλιορείτικης φύσης, αυτό που κυριαρχεί στο μυθιστόρημα είναι η ίδια η ζωή γιατί «από μόνο του το γεγονός είναι ωραίο. Ανώτερης αισθητικής τάξης». Σε αντιδιαστολή με το φτωχό σε γεγονότα παρόν του μυθιστορηματικού χρόνου του, οι αναμνήσεις του γέρου συνταξιούχου είναι πλήρεις ημερών και με όχημα αυτές ξετυλίγεται το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, με το τοπικό να φιλτράρει το διεθνές και τον διαχρονικό παραλογισμό. Η αστή γιαγιά που υποχρεώνεται από τον Γερμανό αξιωματικό να σταματήσει να παίζει Μέντελσον στο πιάνο γιατί ήταν Εβραίος, έκπληκτη ακούει μετά την απελευθέρωση τον αξιωματικό του ΕΛΑΣ να ζητάει από τη Φιλαρμονική του Δήμου να μην παίζει βαλς, γιατί ο συνθέτης τους ήταν Γερμανός!

Ο Αλέξης Ζήρας είναι τραγικό πρόσωπο, το αστικό παρελθόν στο καναβάτσο, από την ηθικολογούσα τηλεοπτική ατιμία, ακόμα και στο Πήλιο τον κυνηγάνε τα τοπικά κανάλια για μια υποτιθέμενη εμπλοκή σε σκάνδαλα, που στοίχισε τη ζωή στη σύζυγό του από τον σάλο. Αηδιασμένος σαν τον Τίμωνα που αναχωρεί στη σπηλιά του στο δάσος, ο Ζήρας αποσύρεται στο παλιό αρχοντικό του ευπατρίδη θείου του στο Πήλιο, αλλά όπως επισημαίνει ο Κωστής Παπαγιώργης οι μεταπηδήσεις, οι αιφνίδιες εξαφανίσεις, οι απομακρύνσεις καλλιεργούν την ελπίδα ότι σε άλλο μέρος με άλλα πρόσωπα όλα μπορεί να είναι καλύτερα. Αλλά στο τέλος η καρδιά του αναχωρητή θυμίζει κατάστιχα δικογραφίας, στάζει φαρμάκι.

Συνομιλώντας με τον τοπικό περίγυρο, από τον οποίο ξεχωρίζει ο Μπούρας ο οικοπεδοφάγος, εργολάβος του χωριού, και η Αλμα, μια καλλιεργημένη Βουλγάρα πρώην πόρνη που επαναφέρει τον έρωτα στη ζωή του, επικοινωνώντας τηλεφωνικά με τον εγγονό του, υποκατάστατο του γιου που τον έχει διαγράψει ή μονολογώντας στο σκύλο του τον Μάγκα, ο μοναχικός λύκος χώνει το μαχαίρι βαθιά.

Σαρκαστικό σχόλιο

Κυρίως στον εκσυγχρονισμό της υποκρισίας. Στους οικολόγους «δεν ξέρουν σε ποιους απευθύνονται, αυτό είναι το πρόβλημα όσων θέλουν να σώσουν τον πλανήτη. Δεν θέλει κανείς να σωθεί φίλε μου, να χλαπακιάσει θέλει». Στους αριστερούς που η «φορολογική τους δήλωση αν είναι ακριβής, είναι τουλάχιστον δεκαπλάσια από τη δική του, στέλνουν τα παιδιά τους στο Αμερικανικό Κολέγιο και διαδηλώνουν έξω από την πρεσβεία των ΗΠΑ για την αύξηση της σύνταξης των πυροσβεστών ή των δασκάλων». Ακόμα και στους νέους που σπουδάζουν σε κάτι απίθανες δικές μας σχολές και σε κάτι απίθανα πανεπιστήμια απίθανων χωρών. Και έπειτα όλοι μαζί στριμώχνονται στην ουρά του ΑΣΕΠ αναβάλλοντας την έλευση του μέλλοντος.

Αλλά πάνω από όλα η «Επιστροφή» του Μιχάλη Μοδινού είναι ένα οξυδερκές, τρυφερό όταν ταξιδεύει στις ερωτικές μνήμες και σαρκαστικό σχόλιο για την ταυτότητα, τη μνήμη και τις ιδιαιτερότητες των τόπων της περιφέρειας και των ανθρώπων της, που τον χειμώνα γίνονται ένα τεράστιο ΚΑΠΗ και το καλοκαίρι ένα αχανές τουριστικό πρακτορείο.

Έντυπη