ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Το γενέθλιο κεφάλαιο του νέου ελληνισμού

Του Πετρου Βασιλειαδη*

ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ

Το αδιανόητο τίποτα. Φιλοκαλικά ριζώματα του νεοελληνικού μηδενισμού

εκδ. Αρμός, σελ. 489

Αν διερωτάται κανείς σε τι βασίστηκε η αινιγματική διατύπωση του Μπερντιάγεφ, στο έργο του «Πηγές του ρωσικού κομμουνισμού», ότι ο μηδενισμός έκανε την εμφάνισή του στα πνευματικά θεμέλια της Ορθοδοξίας, και αν με οδύνη διαπιστώνει πως η σημερινή διεθνής απαξίωση του ελληνικού κράτους ως τόπου διαφθοράς χρειάζεται κάποια σε βάθος ανθρωπολογική ανάλυση, τότε δεν έχει παρά να μελετήσει το τελευταίο βιβλίο του Στέλιου Ράμφου, «Το αδιανόητο τίποτα. Φιλοκαλικά ριζώματα του νεοελληνικού μηδενισμού», ένα πραγματικά συγκλονιστικό δοκίμιο φιλοσοφικής ανθρωπολογίας.

Είναι γνωστό πως η συντριπτική πλειοψηφία της μετά τον Κοραή νεοελληνικής διανόησης, καθώς και μεγάλο τμήμα του πολιτικού κόσμου, με πάθος προβάλλουν τα ιδεώδη της νεωτερικότητας ως καταστατικό όραμα για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας. Αντίθετα η βαθιά ριζωμένη στην ελληνική συνείδηση Ορθόδοξη πνευματικότητα, με τα «επιτεύγματα και τα αδιέξοδα της βυζαντινής κοινωνίας», ουσιαστικά απαγορεύει στον νεοέλληνα «να βγει από το παρελθόν στον καθαρό αέρα και να αναπνεύσει». Το πρώτο ρεύμα, κατά τον Ράμφο, «κοιτάζει γραμμικά το μέλλον», ενώ το δεύτερο «ταυτίζεται αγχωτικά με το παρελθόν», με αποτέλεσμα την υποδόρια διαμόρφωση μιας σχιζοφρενικής κατάστασης που τελικά «διχάζει την ψυχή μας».

Αυτό, λοιπόν, που κανείς σοβαρός μελετητής δεν διανοήθηκε μέχρι σήμερα να ξεδιαλύνει -άλλωστε η συντριπτική πλειοψηφία της νεώτερης ελληνικής διανόησης αγνοεί τον πλούτο της βυζαντινής πνευματικότητας- το επιχειρεί με έντονα κριτικό πνεύμα ο Ράμφος στο τελευταίο αυτό έργο της τριλογίας του (τα δύο προηγούμενα ήταν «Ο Καημός του ενός», το 2000, και «Το Μυστικό του Ιησού», το 2006), αναλύοντας τη συμβολή της Φιλοκαλίας, «τη φημισμένη ανθολογία ασκητικών και ησυχαστικών κειμένων, που οργώνει αμέσως ή εμμέσως τις συνειδήσεις των χριστιανών της ορθόδοξης Ανατολής τους τελευταίους δύο και πλέον αιώνες», στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας. Για τον Ράμφο η ανθολογία αυτή του Νικοδήμου του Αγιορείτη και του Μακαρίου Νοταρά αποτελεί έργο «καταστατικής σημασίας για τον νεώτερο ελληνισμό (κάτι μάλιστα σαν) γενέθλιο κεφάλαιο του Νέου ελληνισμού».

Ασκητές

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του Ράμφου παρελαύνουν τα μεγάλα ονόματα της νηπτικής και ησυχαστικής παράδοσης της χριστιανικής Ανατολής: από τους γενάρχες του είδους Ευάγριο Ποντικό και Μακάριο, τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη, τον Μάρκο τον Ασκητή, τον Διάδοχο Φωτικής, τον Μάξιμο τον Ομολογητή και τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, μέχρι τον Νικηφόρο τον Μονάζοντα, τον Γρηγόριο τον Σιναΐτη και τον Γρηγόριο τον Παλαμά, αλλά και τους μεταγενέστερους Κάλλιστο και Ιγνάτιο Ξανθόπουλους, επιλεκτικά έργα των οποίων περιλαμβάνονται στη Φιλοκαλία, ενώ επιχειρείται και σύντομη, αλλά πολύ κατατοπιστική, αναφορά σε δύο πιο πρόσφατα έργα: τη «Νηπτική θεωρία» ενός αγιορείτη «απηλπισμένου μοναχού» και τα «Οράματα και θάματα» του Μακρυγιάννη, ως επιλεγόμενα της σταδιακής δημιουργίας «κενού εαυτού» του ορθόδοξου νεοέλληνα.

Η ανάγνωση, βέβαια, των κειμένων αυτών δεν γίνεται με την ουδέτερη μέθοδο της ξερής ιστορικής παρουσίασης των απόψεων των συγγραφέων, «τη γραμματολογική προσέγγιση των κειμένων με τη μηχανιστική αναλυτική της μέθοδο». Ο Ράμφος επιχειρεί μια «πνευματική κατανόηση», αφού όπως πολύ ορθά υποστηρίζει «ένα κείμενο δεν λέει οτιδήποτε ούτε κάτι ορισμένο». Με την εδραιωμένη μάλιστα πεποίθηση περί «ανυπαρξίας ανθρωπολογικού προβληματισμού τόσο στην ορθόδοξη παράδοση όσο και στη νεοελληνική γραμματεία», θεωρεί τη Φιλοκαλία «προνομιακό πεδίο ανθρωπολογικής προσεγγίσεως της νεοελληνικής ιδεολογίας», αφού οι ζυμωμένοι με τη Φιλοκαλία ορθόδοξοι της νεωτερικής εποχής μετεωρίζονται «ανάμεσα σε ουράνια προσδοκία και απομαγεμένη ιστορικότητα».

Το έργο αυτό του Ράμφου, με το οποίο στην ουσία επιχειρείται αναψηλάφηση των σχέσεων ανάμεσα στην «ατομικότητα», ενός από τους βασικούς πυλώνες της νεωτερικότητας, και «κοινωνίας», ακρογωνιαίου λίθου του χριστιανικού συστήματος, έχει πολλαπλούς αποδέκτες. Για τη νεωτερική διανόηση του τόπου μας αποτελεί πρόκληση για μια εκ νέου φιλοσοφική ενασχόληση με την Ορθόδοξη πνευματικότητα. «Θα ήταν ολέθριο, διατείνεται ο συγγραφέας, να εξακολουθεί η αναμέτρηση (μεταξύ νεωτεριστών/εκσυγχρονιστών και παραδοσιακών ή σχηματικά μεταξύ Κοραή και Νικοδήμου) στην προσδοκία ενός τελικού νοκ άουτ, ενώ αντιθέτως η μεγάλη σύνθεση θα επιτρέψει να στραφούμε στον χρόνο και τον άνθρωπο του μέλλοντος γονιμοποιώντας τα ζωντανά κοιτάσματα του παρελθόντος στον σημερινό κόσμο».

Τα μηνύματά του όμως για την Ορθόδοξη θεολογική διανόηση είναι ασυγκρίτως πιο βασανιστικά. Γιατί με τις βαθυστόχαστες, και επιστημονικά τεκμηριωμένες, φιλοσοφικές και ανθρωπολογικές αναλύσεις του -απ' την αρχή ξεκαθαρίζει και «προδιαθέτει» πως δεν γράφει «σαν θεολόγος, μολονότι προσπάθησε να ξεκλειδώσει ένα βιβλίο προσευχής»- ουσιαστικά προβαίνει στην αποδόμηση της για πολλούς ιερότερης παραμέτρου της νεώτερης Ορθοδοξίας. Της επικρατήσασας δηλαδή θεώρησης του Ορθόδοξου Ανατολικού χριστιανισμού αποκλειστικά μέσα από την οπτική γωνία του ησυχασμού και γενικότερα του παλαμισμού. Ο Ράμφος, πέραν της συχνά-πυκνά επαναλαμβανόμενης θέσης του, πως το όλο φιλοκαλικό σύστημα, αλλά και ολόκληρη η μεταβυζαντινή θεολογία έχουν τις ρίζες τους «στη νεοπλατωνική επιλογή της Εκκλησίας», με όλους σχεδόν του νηπτικούς να επαναλαμβάνουν, με τις αναγκαίες βέβαια τροποποιήσεις, το σκεπτικό του Ευαγρίου Ποντικού, προχωράει και σε άκρως κριτικές απόψεις για θέματα που μέχρι σήμερα αποτελούσαν ταμπού της νεώτερης Ορθοδοξίας.

Σταχυολογώ ενδεικτικά μερικές από τις εκτιμήσεις του: Η εξέλιξη της σκέψης και η κατάφαση στο υποκειμενικό άτομο «στο Βυζάντιο ματαιώθηκε, επειδή η ομάδα με τα στερεότυπά της (ο λόγος περί της αντι-ουμανιστικής περί τον Παλαμά μερίδας) αφάνισε την ατομικότητα ακριβώς όταν ώρθριζε». «Η επιβολή του παλαμισμού με τη Μεγάλη Σύνοδο του 1351 έθεσε τη χριστιανική Ανατολή συλλήβδην εκτός ιστορίας». «Η διάκριση μεταξύ θείας ουσίας και ακτίστων ενεργειών συνεπάγεται μια ανθρωπολογία κλειστού αισθήματος που αποκλείει τη διαμόρφωση του αυτοσυνειδήτου υποκειμένου και μια εσχατολογία που αποκλείει ή ακρωτηριάζει την ιστορικότητα».

Χωρίς να διατείνεται ότι έχει πει το τελευταίο λόγο για την ουσία των πραγμάτων, ο Ράμφος με το έργο του αυτό άνοιξε διάπλατα τις πύλες για μια σε βάθος φιλοσοφική, ανθρωπολογική, αλλά και θεολογική, ενδοσκόπηση. Ενα έργο (αλλά και ολόκληρη η τριλογία του) που κανείς σοβαρός μελετητής δεν μπορεί στο μέλλον να αγνοήσει.

* Ο κ. Πέτρος Βασιλειάδης είναι καθηγητής του ΑΠΘ.

Έντυπη