ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Μία «Κρητικοπούλα» απ’ τη Βιέννη

Του Νικου Α. Δοντα

Τρεις όπερες και μία οπερέτα του Σπυρίδωνος Φιλίσκου Σαμάρα προγραμμάτισε φέτος ο Βύρων Φιδετζής, με αφορμή τη συμπλήρωση 150 χρόνων από τη γέννηση του συνθέτη. Εχει σημασία τα έργα αυτά να παίζονται. Ομως, αν στόχος είναι να μείνει ένα ουσιαστικό αποτύπωμα, έχουν επίσης σημασία ο τρόπος, ο κατάλληλος χρόνος και η επιτυχημένη προβολή.

Ετσι, Μεγάλη Τετάρτη, 20 Απριλίου, δόθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών σε μορφή συναυλίας η οπερέτα «Η Κρητικοπούλα». Εργο του 1916 διαδραματίζεται στην Κρήτη την περίοδο της Ενετοκρατίας. Παρότι ξεκινά με το «Χριστός Ανέστη», αφού το Πάσχα ταυτίζεται με την ανάσταση του έθνους, στον πυρήνα της οπερέτας βρίσκονται, όπως πάντα, ποικίλες ερωτικές ιστορίες.

Η μουσική είναι μελωδική και χαρούμενη. Ο Σαμάρας παντρεύει τον «εθνικό» πεντοζάλη με το «δυτικό» βαλς, τις πόλκες και τα εμβατήρια. Συνηθισμένη μείξη ειδικά στη βιεννέζικη οπερέτα των αρχών του 20ού αιώνα, όπου χοροί της ανατολικής Ευρώπης (που ανήκε στην αυστροουγγρική αυτοκρατορία) συνυπήρχαν με χορούς της πρωτεύουσας.

Τη μουσική της «Κρητικοπούλας» αποκατέστησε ο Γιάννης Τσελίκας. Ωστόσο, το έργο δόθηκε δίχως πεζούς διαλόγους στους οποίους αναπτύσσεται η δράση, και επομένως η παρακολούθηση δεν ήταν απλή υπόθεση.

Από τη διανομή ξεχώρισαν πρωτίστως οι άνδρες, οι τρεις τενόροι -Γιάννης Χριστόπουλος, Νίκος Στεφάνου, Χρήστος Κεχρής- και ο βαθύφωνος Χριστόφορος Σταμπόγλης. Από τις γυναίκες συγκρατεί κανείς την ερμηνεία της υψιφώνου Λουκίας Σπανάκη. Τον κεντρικό ρόλο ερμήνευσε η υψίφωνος Κάτια Πάσχου και αυτόν της Δούκισσας η υψίφωνος Αλεξάνδρα Ματθαιουδάκη. Την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών διηύθυνε ο Βύρων Φιδετζής, ενώ συμμετείχαν οι χορωδίες «Ροζάρτε» και του Εθνικού Ωδείου.

Ρεσιτάλ πιάνου

Στις 15 Απριλίου, στο θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ενωσης έδωσε ένα ενδιαφέρον ρεσιτάλ ο Ντέιβιντ Τζόνσον. Ο Αμερικανός πιανίστας διέτρεξε μεγάλο φάσμα έργων, από τον Μπαχ ώς τον Μπάρτοκ, με στάσεις στον Μπετόβεν, τον Σούμαν και τον Ντεμπισί.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο ήταν η αίσθηση ότι ο Τζόνσον καταλάβαινε τι έπαιζε και δεν αντιμετώπιζε τα έργα ως όχημα τεχνικής και δεξιοτεχνικής επίδειξης.

Εδινε σημασία στις παύσεις και ποίκιλλε τη διάθεση ακόμα και στο πλαίσιο πολύ σύντομων και γοργών μικρογραφιών, όπως τα μέρη από τη Γαλλική σουίτα σε σολ μείζονα του Μπαχ κάθε ενότητα από το «Καρναβάλι» του Σούμαν.

Κι αν ξέφευγαν ορισμένοι δακτυλισμοί, αποζημίωνε το γεγονός ότι καθεμία από τις τόσο διαφορετικές μεταξύ τους μουσικές σελίδες, από το «Χρυσόψαρο» των «Εικόνων» του Ντεμπισί ώς τη μοναδική Σονάτα για πιάνο του Μπάρτοκ, αποκτούσε τον δικό της χαρακτήρα, βασισμένο στη μουσικότητα του πιανίστα και τη φανερή γνώση της αισθητικής κάθε συνθέτη.

Έντυπη