ΚΟΣΜΟΣ

Η Γιάλτα αποτύπωσε τετελεσμένα γεγονότα

Του Θανου Βερεμη*

Η συνάντηση των τριών -Τσώρτσιλ, Ρούζβελτ, Στάλιν- στη Διάσκεψη της Γιάλτας στην Κριμαία, υπήρξε ένα από τα πολυσυζητημένα γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας. Παρά τη διαδεδομένη εντύπωση ότι οι μεγάλοι μοίρασαν στη Γιάλτα την ευρωπαϊκή ήπειρο σε ζώνες επιρροής, η διάσκεψη απλώς επιβεβαίωσε κάποια τετελεσμένα γεγονότα. Η προέλαση του Ερυθρού Στρατού στην ανατολική Ευρώπη δημιούργησε νέα πραγματικότητα στο πεδίο. Η πολύπαθη Πολωνία έγινε σταδιακά μία από τις ζώνες επιρροής των Σοβιετικών. Τον Αύγουστο του 1944 η πολωνική αντίσταση ειδοποιήθηκε από τους Σοβιετικούς να εξεγερθεί κατά των Γερμανών στη Βαρσοβία. Οι σοβιετικές δυνάμεις, όμως, ακινητοποιήθηκαν στην ανατολική όχθη του Βιστούλα και άφησαν τις ναζιστικές αρχές να σφάξουν συστηματικά τους εξεγερμένους. Οταν ο Ερυθρός Στρατός μπήκε στη Βαρσοβία, δεν βρήκε κανέναν οργανωμένο Πολωνό για να προβάλει αντιρρήσεις στη νέα κατοχή. Οι διαμαρτυρίες των Τσώρτσιλ και Ρούζβελτ υπήρξαν ισχνές, ενώ η μεταφορά της Πολωνίας δυτικά και βόρεια, μέσα σε γερμανικά εδάφη, είχε ήδη αποφασιστεί στην Τεχεράνη. Η χάραξη αυτή των συνόρων ισοδυναμούσε με νομιμοποίηση των μυστικών πρωτοκόλλων της Συμφωνίας Ρίμπεντροπ-Μολότοφ (1939-40) που προέβλεπαν την προσάρτηση της ανατολικής Πολωνίας από την ΕΣΣΔ.

Ο Τσώρτσιλ και ο Ρούζβελτ προσπάθησαν να διασκεδάσουν την εντύπωση της εξόριστης πολωνικής κυβέρνησης στο Λονδίνο, ότι οι Δυτικοί σύμμαχοί της είχαν εγκαταλείψει την Πολωνία στους Σοβιετικούς, με κοινή διακήρυξη στη Γιάλτα για το μέλλον της απελευθερωμένης Ευρώπης. Σύμφωνα με αυτή τη διακήρυξη, οι Ευρωπαίοι θα αποφάσιζαν για την τύχη των κρατών τους με δημοκρατικές διαδικασίες. Ουδείς λόγος έγινε για την πρακτική εφαρμογή της αρχής αυτής.

Ο Αμερικανός διπλωμάτης Τζορτζ Κέναν, πάντως, απέδωσε ευθύνες στον Ρούζβελτ και τον Τσώρτσιλ για την υπαγωγή της Πολωνίας σε «ρωσικό προτεκτοράτο».

Το σημαντικό σκέλος της κοινής δήλωσης περιελάμβανε τη χωρίς όρους παράδοση των Γερμανών και την ίδρυση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, με στόχο τη διασφάλιση της παγκόσμιας ειρήνης. Συμφωνήθηκε ακόμα ότι η Σοβιετική Ενωση θα κήρυττε τον πόλεμο στην Ιαπωνία αμέσως μετά το τέλος του πολέμου στην Ευρώπη. Ως αντάλλαγμα, θα ελάμβανε όλα τα εδάφη που η Ρωσία είχε απολέσει κατά τον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1904-1905. Αποφασίστηκε ακόμα ότι η προέλαση των δυνάμεων των Συμμάχων θα έπρεπε να είναι τόσο ταχεία ώστε να μην επιτρέψει στους Γερμανούς να μεταφέρουν στρατεύματα από το ένα μέτωπο στο άλλο. Στην απόφαση αυτή βάρυνε η καχυποψία του Στάλιν, ότι δηλαδή οι Γερμανοί θα εξέτρεπαν δυνάμεις από το δυτικό στο ανατολικό μέτωπο για να καθυστερήσουν τη ρωσική προέλαση και να επιχειρήσουν συμφωνία εκεχειρίας με τους Αγγλοαμερικανούς. Τον Φεβρουάριο του 1945 οι σοβιετικές δυνάμεις βρίσκονταν στον ποταμό Οντερ και νοτιότερα είχαν καταλάβει τη βιομηχανική περιοχή της Σιλεσίας. Απείχαν μόλις σαράντα μίλια από το Βερολίνο και τουλάχιστον είκοσι έξι γερμανικές μεραρχίες βρίσκονταν αποκομμένες από γραμμές ανεφοδιασμού. Στην Ουγγαρία οι Σοβιετικοί απωθούσαν τους Γερμανούς και πλησίαζαν τη Βουδαπέστη. Η εικόνα της σοβιετικής κυριαρχίας στην ανατολική Ευρώπη αποτέλεσε τη βάση των απαιτήσεων του Στάλιν και την αυτοπεποίθησή του στις συζητήσεις της Γιάλτας.

Η εφεύρεση της ατομικής βόμβας, που αναμενόταν ότι θα είχε γίνει οπλικό σύστημα ώς το καλοκαίρι του 1945, περιέργως δεν εβάρυνε ούτε στο παρασκήνιο της Γιάλτας. Ισως γιατί κανείς, συμπεριλαμβανομένων και των Αμερικανών, δεν είχε καταλάβει την καταστρεπτική δύναμη του όπλου αυτού.

Για τη Γερμανία που ακόμα αντιστεκόταν, η απόφαση των τριών ήταν η χωρίς όρους παράδοση. Στην κατεχόμενη Γερμανία κυριαρχία θα ασκούσαν οι δυνάμεις κατοχής των τριών μεγάλων νικητών με όργανο το Συμβούλιο Ελέγχου. Οι αποφάσεις του συμβουλίου έπρεπε να λειτουργούν με ομοφωνία, διαφορετικά κάθε ζώνη επιρροής θα λειτουργούσε με τις δικές της αποφάσεις. Ο Ρούζβελτ θεώρησε σκόπιμο να ανατεθεί και μια ζώνη επιρροής στους Γάλλους. Ο Στάλιν αντέδρασε στην πρόταση αυτή, διότι δεν ήθελε ακόμα ένα μέλος στο Συμβούλιο Ελέγχου, όμως μπροστά στην επιμονή των δύο άλλων και επειδή είχε εξασφαλίσει τον έλεγχο της Πολωνίας, αποφάσισε να υποχωρήσει.

Από τους Συμμάχους οι πιο επίμονοι να αποζημιωθούν με γερμανικές επανορθώσεις υπήρξαν οι Ρώσοι. Οι τεράστιες απαιτήσεις τους θα ικανοποιούνταν αρχικά σε είδος, δηλαδή γερμανικά μηχανήματα, σιδηροδρομικό υλικό και πλοία. Η Επιτροπή Επανορθώσεων εγκαταστάθηκε στη Μόσχα για να υπολογίσει τις γερμανικές οφειλές σε είδος. Οι Σοβιετικοί θεώρησαν ότι το συνολικό ποσό θα έφθανε τα είκοσι δισεκατομμύρια δολάρια, από τα οποία τα μισά θα έπρεπε να εισπράξει η Σοβιετική Ενωση. Οι άλλοι δύο διαφώνησαν τόσο για το ύψος των επανορθώσεων όσο και για την κατανομή τους. Τελικά, χάρη στη ρωσική επιμονή, το ζήτημα αφέθηκε στη διάθεση της Επιτροπής Επανορθώσεων που θα λειτουργούσε στη Μόσχα. Ο Στάλιν, πάντως, θεώρησε ότι δύο με τρία εκατομμύρια Γερμανοί έπρεπε να εργαστούν καταναγκαστικά στη Σοβιετική Ενωση για δέκα χρόνια σε έργα ανασυγκρότησης.

Στη Γιάλτα συζητήθηκε ακόμα ο διαμελισμός της Γερμανίας σε μικρότερες οντότητες ώστε να μην υπάρξει στο μέλλον κίνδυνος γερμανικής αντεκδίκησης. Παρά την επιμονή του Στάλιν να αποφασιστεί το ζήτημα αυτό με συγκεκριμένες προτάσεις διαμελισμού, οι Σύμμαχοι αρκέστηκαν στην κοινή αναφορά αυτού του ενδεχομένου.

Ιταλία - Βαλκάνια

Ο Τσώρτσιλ αποδείχθηκε ο πιο επιφυλακτικός από τους τρεις σε λήψη αποφάσεων με μακρόχρονες επιπτώσεις. Σε αντίθεση με τον Ρούζβελτ, ο οποίος έτεινε να υποχωρεί στις πιέσεις του Στάλιν, ο Βρετανός πρωθυπουργός αντιλαμβανόταν ότι η κοσμογονία των μεταπολεμικών εξελίξεων θα επιφύλασσε μεγάλες εκπλήξεις σε όλους. Στον Ιντεν έγραφε: «Υπάρχει κάποια σοφία στην αναβολή των αποφάσεων, τόσο όσο χρειάζεται για να ερμηνεύσουμε τις δυνάμεις και τα γεγονότα που αποκαλύπτονται». Το βέβαιο είναι ότι η Γιάλτα συντήρησε τη συμμαχία ώστε να φέρει τον πόλεμο κατά του Αξονα σε αίσιο τέλος. Το μέλλον, πάντως, των σχέσεων ανάμεσα στους τρεις μεγάλους, δεν προδιαγραφόταν ελπιδοφόρο.

Ως προς την Ιταλία η διάσταση απόψεων ήταν μεταξύ των ΗΠΑ, που ίσως λόγω Ιταλοαμερικανών αντιμετώπιζαν τη χώρα ως σύμμαχο, και της Βρετανίας που δεν συγχωρούσε το μουσολινικό της παρελθόν εις βάρος των βρετανικών συμφερόντων. Ο Στάλιν δεν φρόντισε παρά ελάχιστα τους Ιταλούς κομμουνιστές, θεωρώντας ότι οι αμερικανοβρετανικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην Ιταλία, αποτελούσαν πρόκριμα για το μέλλον της χώρας.

Η ελληνική υπόθεση

Στην εμπόλεμη Αθήνα του Δεκεμβρίου 1944 ο Τσώρτσιλ διακινδύνευσε με την παρουσία του για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι βρετανικές δυνάμεις χρειάζονταν και διπλωματικούς χειρισμούς. Ορισε έτσι αντιβασιλέα τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, αναβάλλοντας το ζήτημα της επιστροφής του Γεωργίου Β΄ ώστε να αποφασιστεί με δημοψήφισμα. Στη Γιάλτα ο Στάλιν έδειξε περιέργεια για την ελληνική υπόθεση, αλλά βεβαίωσε τον Τσώρτσιλ ότι δεν είχε κανένα σκοπό να ασκήσει κριτική ή να αναμειχθεί.

Οι εξελίξεις στη Γιουγκοσλαβία ακολούθησαν την πορεία της συμφωνίας Στάλιν-Τσώρτσιλ στη Μόσχα το 1944. Αν και η μοιρασιά επιρροής, όμως, ήταν 50-50, ο Τίτο είχε καταφέρει με τους παρτιζάνους του να απελευθερώσει τη χώρα του και να ελέγχει ουσιαστικά τις μεταπολεμικές εξελίξεις. Ετσι ο έκπτωτος μονάρχης Πέτρος περιθωριοποιήθηκε και ο εκπρόσωπός του στην πρώτη οικουμενική κυβέρνηση βρέθηκε σταδιακά εκτός εξουσίας. Τα αντικομμουνιστικά στοιχεία στην κυβέρνηση συνασπισμού στη Ρουμανία είχαν ανάλογη τύχη. Εκεί ο Ερυθρός Στρατός έπαιξε από την απελευθέρωση τον ρυθμιστικό ρόλο. Το Εθνικό Δημοκρατικό Μέτωπο υπό τον έλεγχο του ΚΚΡ -ενός κόμματος με ελάχιστη προπολεμική επιρροή- δεν επαλήθευε καμιά από τις τρεις λέξεις του τίτλου του. Στη Γιάλτα η Ρουμανία υπήρξε για τον Στάλιν ό,τι η Ιταλία για τους Αμερικανούς. Οπως για τη Ρουμανία έτσι και για τη Βουλγαρία οι Αγγλοαμερικανοί στη Γιάλτα διατύπωναν μόνο παράπονα χωρίς να προβάλλουν απαιτήσεις. Κάτι ανάλογο έγινε και για την Ουγγαρία.

* Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας της Νεότερης Ελλάδας στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ