ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Το χρονικό της Βαϊμάρης

Της Μαριας Τοπαλη

HEINRICH A. WΙΝΚLΕR

Βαϊμάρη, η ανάπηρη δημοκρατία (1918 - 1933)

μτφ.: Αντζη Σαλταμπάση

εκδ. Πόλις, 2011

Ρίγος παγερό μας διαπερνά. «Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις…» - αυτό θα θέλαμε να προβάλλεται κάθε λίγο καθησυχαστικά στην οθόνη του μυαλού μας, διαβάζοντας το χρονικό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1918 - 1933). Πώς, δηλαδή, η ηττημένη στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο Γερμανία από τα επαναστατικά σοβιέτ (συμβούλια εργατών και στρατιωτών) του Νοεμβρίου 1918 κατέληξε να παραδώσει, διά της κοινοβουλευτικής οδού, την εξουσία στον Αδόλφο Χίτλερ και στους εθνικοσοσιαλιστές, τον Ιανουάριο του '33.

Αναπόφευκτα, ωστόσο, το χρονικό του -μη προαναγγελθέντος, κατά τον συγγραφέα, τον σοσιαλδημοκράτη πανεπιστημιακό διανοούμενο Χάινριχ Βίνκλερ (1938)- θανάτου της «ανάπηρης» αυτής δημοκρατίας, με τα όσα δεινά επέσυρε για ολόκληρη την ανθρωπότητα, μας κάνει να αναλογιζόμαστε «τις προφανείς και επικίνδυνες αναλογίες με το σήμερα», όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Εύστοχα οι εκδόσεις «Πόλις», απομονώνοντας και εκδίδοντας το περί Βαϊμάρης κεφάλαιο από το μακροσκελές έργο του Βίνκλερ με τίτλο «Der lange Weg nach Westen» [Ο μακρύς δρόμος για τη Δύση], πιάνουν τον σφυγμό της επικαιρότητας.

«Η νηφαλιότητα σπάνιζε»

Με φόντο, από την αρχή, την ταπείνωση και τον κοντόφθαλμο οικονομικό στραγγαλισμό της Γερμανίας από τους συμμάχους, αλλά και την άρνηση μεγάλου μέρους του γερμανικού λαού να αποδεχτεί την ενοχή όσων τον οδήγησαν στην ήττα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, να αναλάβει, δηλαδή, την ευθύνη που του αναλογούσε, παρακολουθούμε, βήμα-βήμα, την αδυναμία της μετριοπάθειας και της λογικής να κυριαρχήσουν εκεί που σοβούν η κρίση, η ανεργία, η ανασφάλεια, η γενικευμένη βία και ο διχασμός. Στα εξημμένα από τη φτώχεια και το τραύμα της ήττας ήθη ακουγόταν παράφωνη η φωνή της λογικής. «Η Γερμανία είχε πολύ καλές προοπτικές για να γίνει και πάλι μια ισχυρή ευρωπαϊκή δύναμη. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να αντιμετωπίσει με νηφαλιότητα τη νέα κατάσταση, έτσι ώστε ο λαός να κατανοήσει τις πραγματικές διαστάσεις της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Στη Γερμανία όμως, το καλοκαίρι του 1919, η νηφαλιότητα σπάνιζε», επισημαίνει σε ένα από τα ολιγόλογα και χαρακτηριστικά για το φλέγμα τους σχόλιά του ο Βίνκλερ.

Η αφήγησή του είναι λεπτομερής, πυκνή σε πληροφορία ως προς τις πολιτικές εξελίξεις, που αποτελούν και τον βασικό κορμό της. Τις παρακολουθούμε λεπτό προς λεπτό, από τη στιγμή της γέννησης μέχρι την ώρα του θανάτου μιας δημοκρατίας που, παρά τη μοιραία τελική της έκβαση, υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμη για τα όνειρα και τις ουτοπίες, για τη συλλογική εμπειρία της επαναστατικής πρακτικής, της ένοπλης δράσης, της αγωνιστικής συνδικαλιστικής πράξης, του ομοσπονδιακού πνεύματος, του κοινοβουλευτισμού, της συνταγματικής θεωρίας και πράξης.

Ιδιαίτερη μνεία ταιριάζει στο σύντομο κεφάλαιο με τίτλο «Οι διανοούμενοι της Βαϊμάρης», όπου με ενδιαφέρον βλέπουμε να σχολιάζονται, προφανώς ως διαφορετικές όψεις του «πνεύματος της Βαϊμάρης», ο αριστερός Τουχόλσκι, οι συντηρητικοί Σμιτ και Σπέγκλερ, ο αστός υπερασπιστής της Δημοκρατίας Τόμας Μαν και ο αμυντικός «δημοκράτης του ορθού λόγου» Μάινεκε, ενώ λάμπουν διά της απουσίας τους οι μαρξιστές (Μπρεχτ, Μπένγιαμιν).

Η μετριοπαθής - κεντρώα σοσιαλιστική οπτική του Βίνκλερ εκφράζεται περαιτέρω και στη συγκριτική αποτίμηση δύο προσωπικοτήτων: του διάσημου σοσιαλδημοκράτη Φρίντριχ Εμπερτ, πρώτου προέδρου της Γερμανικής Δημοκρατίας, και του προέδρου του Γερμανικού Λαϊκού Κόμματος και υπουργού Εξωτερικών Γκούσταβ Στρέζεμαν. Ο πρώτος αντιμετωπίζεται με συγκατάβαση. Ο δεύτερος χαρακτηρίζεται ως ο σημαντικότερος πολιτικός της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Ο ρόλος πολιτικών και συνδικαλιστών

Ο Βίνκλερ αποδίδει σε ευρύτερα αίτια την κατάρρευση της πρώτης Γερμανικής Δημοκρατίας, συγκεκριμένα «στην ιστορική καθυστέρηση της πραγμάτωσης της ελευθερίας τον 19ο αιώνα - ή, για να το θέσουμε αλλιώς, στον ασύμμετρο πολιτικό εκσυγχρονισμό της Γερμανίας, δηλαδή τον πρώιμο εκδημοκρατισμό του εκλογικού δικαιώματος και τον καθυστερημένο εκδημοκρατισμό του συστήματος διακυβέρνησης». Παρά την αναγωγή στη θεμελιώδη τούτη αντίφαση του πολιτικού συστήματος και στην επιβαρυμένη οικονομική και διεθνο-πολιτική συγκυρία, ο Βίνκλερ μας αφήνει διαρκώς και μια έντονη επίγευση του ρόλου των προσώπων στην τροπή που πήραν εντέλει τα πράγματα. Η αφήγησή του, μολονότι αντικειμενικοποιεί και ερμηνεύει ορθολογικά, μοιάζει έντονα εμποτισμένη από την αίσθηση του τραγικού που συνεπάγεται η ανθρώπινη τυφλότητα. Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα αισθητό στην εξιστόρηση των καταιγιστικών τελευταίων μηνών πριν από την ανάληψη της καγκελαρίας από τον Χίτλερ. Εκτυλίσσεται παραστατικά ο μοιραίος ρόλος πολιτικών (όπως ο Χίντενμπουργκ και η καμαρίλα του, ο Πάπεν, ο Τέλμαν), συνδικαλιστών της σοσιαλδημοκρατίας, βουτηγμένων στα σκάνδαλα μεγαλοκτηματιών των ανατολικών περιοχών, βιομηχάνων (όπως ο Τίσεν). Διστακτικά, επιφυλακτικά, ελπιδοφόρα, βαρύθυμα ή αμφίθυμα οι «ήρωες» της Βαϊμάρης πισωπατούν, τρεκλίζουν, εφορμούν, ταυτίζονται και συμπλέουν, σκιαμαχούν και υποχωρούν θερμαίνοντας ολοένα και περισσότερο στον κόρφο τους το φίδι που, εντέλει, θα πνίξει στον θανάσιμο εναγκαλισμό του έναν ολόκληρο πολιτισμό.

Έντυπη