ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Μια έπαυλη γεμάτη με ιστορία και μνήμες

Της Γιωτας Μυρτσιωτη

Σε λίγες ημέρες η Θεσσαλονίκη ανοίγει τον φάκελο του εορτασμού για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωσή της. Μια μεγάλη φωτιά θα ανάψει στον Πύργο του Τριγωνίου, αλλά κανένα από τα κτίρια της πόλης δεν θα μπορούσε να αγγίξει την έναρξη της εκατονταετηρίδας της και να μεταφέρει τις τελευταίες συγκλονιστικές στιγμές που την οδήγησαν στην ελευθερία της, όσο η «έπαυλη» της Γέφυρας. «Ακόμα  και οι τοίχοι της έχουν ιστορία. Κάθε γωνιά, κάθε αντικείμενο αποπνέει την ατμόσφαιρα της εποχής. Τα δωμάτιά της φορτισμένα με μνήμες από πρόσωπα και γεγονότα  διηγούνται με τον πιο ζωντανό τρόπο τα τρία μερόνυχτα όπου παίχτηκαν οι τελευταίες πράξεις της οθωμανικής κατοχής και χαράχτηκαν τα τελικά επιτελικά σχέδια, καθοριστικά για την έκβαση του πολέμου, για την τύχη της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας».

Ο Βασίλης Νικόλτσιος, συνταγματάρχης Ε.Α. στο 20λεπτο της διαδρομής από τη Θεσσαλονίκη ώς τη Γέφυρα, περιγράφει με ενθουσιασμό το Στρατιωτικό Μουσείο Βαλκανικών Πολέμων. Ως επιμελητής της μόνιμης έκθεσής του και συλλέκτης των περισσότερων αντικειμένων, δέχθηκε ευχαρίστως την πρόσκληση για μια ξενάγηση στην ιστορική έπαυλη παρά την κούρασή του από την ολονύχτια αγρυπνία στο «Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα» όπου 25 περίπου πιτσιρίκια βίωσαν εν δράσει τα «μυστικά του βάλτου» διανυκτερεύοντας στο Μουσείο -sleepover- το πρόγραμμα της αντιδημαρχίας πολιτισμού.

Στο 25ο χιλιόμετρο της οδού Θεσσαλονίκης - Εδεσσας ο χειμωνιάτικος ήλιος έλουζε το αγρόκτημα στο φως που απλώνεται στην άκρη του χωριού. Διασχίζοντας τον σιδηροδρομικό Σταθμό Γέφυρας (Οψιν) το τοπίο γυρίζει τον χρόνο προς τα πίσω. Εκατό χρόνια πριν. Σε σκηνές που διασώζουν επιστολικά δελτάρια και φωτογραφίες: Στο «ιστορικόν ΤΟΠΣΙΝ όπου συνήφθη το πρωτόκολον παραδόσεως της Θεσσαλονίκης εις τον Ελληνικόν Στρατόν», στον σταθμό της γέφυρας που άλλαξε χέρια μέσα σε ένα 24ωρο, περνώντας από τους Τούρκους στους Ελληνες.

Εκεί έφτασε σιδηροδρομικώς η τουρκική αποστολή με τη συνοδεία προξένων των μεγάλων δυνάμεων το μεσημέρι της 25ης Οκτωβρίου 1912 και με μια άμαξα κατευθύνθηκαν στην αγροικία για να παραδώσουν τους όρους του Τούρκου διοικητή της Θεσσαλονίκης Χασάν Ταχσίν Πασά στον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο. Ο διάδοχος είχε φτάσει στην έπαυλη την προηγούμενη νύχτα (24 Οκτωβρίου), κατάκοπος από τη μάχη των Γιαννιτσών. Η πλούσια αγροικία όπου εγκαταστάθηκε το Γενικό Στρατηγείο των ελληνικών δυνάμεων ήταν το καλύτερο κτίριο στην περιοχή για να ξεκουραστεί, πριν αρχίσει τις διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για την άνευ όρων παράδοση της πόλης που επετεύχθη τελικά το μεσημέρι της 26ης Οκτωβρίου 1912.

Διασώθηκε

Από εκείνη την ημέρα ώς σήμερα στο αγρόκτημα το ρολόι του χρόνου έπαψε να χτυπάει. Τύχη αγαθή το διέσωσε από μια πιθανή κατεδάφισή του ή μια ανακαίνιση που θα έσβηνε την ευρωπαϊκή του πολυτέλεια και τις ιστορικές στιγμές. «Στην εποχή του ήταν ένα πρότυπο αγρόκτημα που θα μπορούσε να αποτελεί και λαογραφικό μουσείο», επισημαίνει ο κ. Νικόλτσιος. Κτίστηκε το 1906 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Π. Αριγκόνι, από τον Γιακό Μοδιάνο, έναν από τους τρεις γιους του Σαούλ Μοδιάνο τον δεύτερο μεγαλύτερο ιδιοκτήτη ακινήτων σε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η έπαυλη δέσποζε στη μέση μιας αχανούς έκτασης χιλιάδων στρεμμάτων, ανάμεσα σε δύο μικρότερα σπίτια που στέγαζαν το υπηρετικό προσωπικό και σε βοηθητικά κτίρια (σιταποθήκες, στάβλοι κ.ά.) όπου  χίλιοι περίπου εργάτες δούλευαν νυχθημερόν για να καλλιεργούν την εύφορη γη και να συγκεντρώνουν την πλούσια σοδειά του αγροκτήματος.

Το 1911 το τσιφλίκι πέρασε σε τουρκικά χέρια, ενώ το 1925 η αχανής του έκταση πουλήθηκε τεμαχισμένη σε Ελληνες κτηματίες. Οι οικογένειες Σαρόγλου και Παπαγεωργίου στις οποίες περιήλθε το συγκρότημα ως κληρονομιά μέσα σε κτήμα 44 περίπου στρεμμάτων το φύλαγαν ως κόρη οφθαλμού. Δεν είχαν ακουμπήσει τίποτα από την εσωτερική διακόσμηση του σπιτιού και τον εξοπλισμό του. Επιπλα, αγροτικά εργαλεία, πρωτοποριακές κλωσοποιητικές μηχανές, σιδηρουργείο πλήρως εξοπλισμένο ακόμη και φαρμακείο με μια εκπληκτική συλλογή φαρμάκων είχαν παραμείνει στη θέση τους επί έναν ολόκληρο αιώνα.

Ανέπαφο περιήλθε και στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας το 1999 (αγοράστηκε επί υπουργίας Ακη Τσοχατζόπουλου) για να το μετατρέψει σε Στρατιωτικό Μουσείο Βαλκανικών Πολέμων. Τα εγκαίνιά του έγιναν την ίδια χρονιά, στις 27 Οκτωβρίου  από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο. Εκτοτε λειτουργούσε μόνο με ραντεβού, αλλά πριν από λίγους μήνες ο αρχηγός του ΓΕΣ αντιστράτηγος Φραγκούλης Φράγκος, εν όψει του 2012, φρόντισε για την πλήρη λειτουργία του. Εμπλούτισε το Μουσείο με νέα κειμήλια, με διοράματα σε φυσικό μέγεθος και δύο νέες εκθέσεις που περιγράφουν το χρονικό των δύο Βαλκανικών Πολέμων.

Διακόσμηση

Η ιστορικότητα του χώρου ξεκινάει από τα μαρμάρινα εξωτερικά σκαλιά του διώροφου σπιτιού όπου φωτογραφήθηκε ο Κωνσταντίνος με τους πρίγκιπες κατά την τριήμερη παραμονή τους. Μια βαριά σιδερένια πόρτα οδηγεί κατ' ευθείαν στον χώρο υποδοχής. Από το σιντριβάνι που κοσμεί το κέντρο της δεν αναβλύζει πια νερό. Το βλέμμα εξάλλου τραβούν οι προθήκες με τα στρατιωτικά κειμήλια, ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έπιπλα με τα οποία το είχε διακοσμήσει η οικογένεια Μοδιάνο στις αρχές του 19ου αιώνα. Κονσόλα με καθρέφτη γαλλικής κατασκευής του τέλους του 19ου αιώνα, μπουφέδες από ξύλο οξιάς και καρυδιάς ευρωπαϊκής κατασκευής (τέλους του 1800), βιεννέζικες καρέκλες και επιτραπέζιο ρολόι γαλλικής κατασκευής (1860 - 1880) από bronze-dore με επισμαλτωμενη πλάκα όπου γράφει Θεσσαλονίκη (Τουρκία).

Στους τοίχους, φωτογραφίες και πίνακες με πρόσωπα και στιγμές της ιστορικής περιόδου· λιθογραφίες με την παράδοση της Θεσσαλονίκης στο χωριό Γέφυρα, ο Χασάν Ταχσίν πασάς που υπογράφει στο διοικητήριο το πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης σε ελαιογραφία του Ρώσου ζωγράφου Μπορισόφ, ο γιος και υπασπιστής του πασά Κενάν Μεσσαρέ σε αυτοπροσωπογραφία και πίνακές του με σκηνές πολέμου, φωτογραφίες με τα παιδιά του -εγγόνια του πασά-, Σαχίν-Σέργιος Μεσαρέ που ζει στην Αθήνα και Ρεμζή-Ρομανός Μεσσαρέ που ζει στις ΗΠΑ, από πρόσφατη επίσκεψη μαζί με τις συζύγους τους στο μουσείο.

Τα κειμήλια, ο εξοπλισμός και ο τάφος του Πασά

Παιδιά του παιδικού χωριού SOS που ξεναγούνται την ίδια  ώρα στο μουσείο έχουν διασκορπιστεί στα χώρους της έπαυλης που διατηρούν το άρωμα της εποχής. Πάνω από 225 στρατιωτικά κειμήλια από τον στρατό της Ελλάδος, της Τουρκίας, της Βουλγαρίας, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της Ρουμανίας  περιγράφουν τον στρατιωτικό πολεμικό εξοπλισμό. Συγκεντρώθηκαν κομμάτι κομμάτι επί 35 χρόνια. Ανάμεσά τους, το ελληνικό και βουλγαρικό τυφέκιο Μάνλιχερ, το τούρκικο μάουζερ, το ελληνικό πιστόλι Μπέργκμαν Μπραϊάρντ Μ 1908, το τούρκικο Σμιθ και Ουέσον, όλη η σειρά από ξίφη του ελληνικού και βουλγαρικού στρατού, σήματα και καπέλα κομιτατζήδων, σάλπιγγες, παγούρια και φορεσιές στρατιωτών, μπαρέτες παρασήμων, κέρματα, αριστεία ανδρείας.

Τα περισσότερα κειμήλια προέρχονται από τη συλλογή του Βασίλη Νικόλτσιου, ο οποίος τα παραχώρησε στο Μουσείο για χρήση. Ο ίδιος φρόντισε και τη μεταφορά των οστών του Χασάν Ταχσίν Πασά και του γιου του Κενάν Μεσαρέ στις αρχές του 2000. Εναποτέθηκαν σε ταφικό μνημείο που κατασκευάστηκε στο προαύλιο του Μουσείου με σχέδια του εγγονού του πασά, Σαχίν-Σέργιου Μεσαρέ, αρχιτέκτονα-πολεοδόμου. Μια λιτή πλάκα σφραγίζει τη μόνιμη θέση τους. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης ο Χασάν Ταχσίν Πασάς έφυγε στη Γαλλία και στη συνέχεια στην Ελβετία για λόγους υγείας. Ηδη ήταν μεγάλος. Πέθανε το 1918 και τον έθαψαν στη Λωζάννη. Το 1937 ο γιος του μετέφερε τα οστά του στο αλβανικό νεκροταφείο της Τριανδρίας όπου είχε ταφεί και ο γιος του Κενάν Μεσαρέ μετά τον θάνατό του στα Γιάννενα. Τα οστά, πατέρα και γιου, μετά την επέκταση της πόλης το 1985, φυλάσσονταν στο οστεοφυλάκιο της Μαλακοπής.

«Ενα σεμνό ταφικό μνημείο σε τέσσερα τετραγωνικά ήταν το ελάχιστο που μπορούσε να κάνει η Θεσσαλονίκη για τον αλβανικής καταγωγής αλλά ελληνικής παιδείας -σπούδασε στη Ζωσιμαία Σχολή- Χασάν Ταχσίν Πασά, σχολιάζει ο κ. Νικόλτσιος. «Κανείς δεν γνωρίζει, ποια θα ήταν η τύχη της Μακεδονίας αν είχε δεχθεί να υπογράψει αντίστοιχο πρωτόκολλο με τους Βούλγαρους. Τούρκοι τουρίστες που επισκέπτονται το μουσείο, κουνούν με απαξίωση το κεφάλι τους μόλις διαβάσουν το όνομά του, ενώ ακόμη και σήμερα είναι συνηθισμένη η φράση τους όταν τους αναθέτουν μια υπόθεση. «Πόσο δύσκολη είναι;» ρωτούν. «Σαν την κατάληψη της Θεσσαλονίκης!».

Έντυπη