ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ενα γαλλικό νουάρ επίκαιρο στην Ελλάδα

Της Τιτικας Δημητρουλια

DOMINIQUE MANOTTI & DΟΑ

Εντιμότατη εταιρεία

μετ. Γιάννης Στρίγκος

εκδ. Πόλις

Μπορεί η Ελλάδα να μην έχει πυρηνικά εργοστάσια και να θυμάται, η πλειονότητα των πολιτών τουλάχιστον, την πυρηνική ενέργεια κατά περίπτωση και συνήθως όταν αισθάνεται ότι απειλείται - από το υπαρκτό Κοζλοντούι ώς το επίδοξο Ακούγιου, με έμφαση στο Τσερνόμπιλ, άντε και με λίγη ανησυχία για το Ιράν και το Ισραήλ. Οι εκλογές που επίκεινται δεν είναι προεδρικές, αλλά απλές βουλευτικές. Αυτές όμως είναι και οι μοναδικές διαφορές με το τοπίο που περιγράφεται στην «Εντιμότατη εταιρεία», αυτό το γαλλικό νουάρ, πολιτικό μυθιστόρημα το γραμμένο με τέσσερα χέρια, από μια αναρχοσυνδικαλίστρια, καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Παρίσι VIII, και έναν νέο συγγραφέα της επιστημονικής φαντασίας και του φάνταζι, που κινείται πλέον με άνεση στην αστυνομική λογοτεχνία. Τιμημένο με το Μεγάλο Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας, το μυθιστόρημα μιλάει για τη διαπλοκή των πολιτικών με τις επιχειρήσεις, για το γνωστό αλισβερίσι της εξουσίας με το χρήμα, για τις υπόγειες διαδρομές αυτού του χρήματος που κυριολεκτικά σκοτώνει, μεμονωμένους ανθρώπους και λαούς. Ενα θέμα λοιπόν εντελώς ελληνικό και εντελώς επίκαιρο, παρά τις διαφορές σκηνικού και πλαισίου.

Ενας υποψήφιος πρόεδρος στηρίζεται σε μια παντοδύναμη επιχειρηματία για την εκλογή του, δίνοντάς της σε αντάλλαγμα την πυρηνική ενέργεια. Την εκλογή του θέτει σε κίνδυνο η αποκάλυψη των σχεδίων του από έναν κρατικό φορέα, την Αρχή Πυρηνικής Ενέργειας, που επιμένει στον δημόσιο χαρακτήρα της (οι συσχετισμοί πλείστοι και θεμιτοί). Οι μυστικές υπηρεσίες αναλαμβάνουν να λύσουν τον κόμπο, με κάθε τρόπο. Μια ακτιβιστική οικολογική ομάδα νέων παιδιών, έχοντας μπει για τους δικούς της λόγους στον υπολογιστή του επικίνδυνου για τον υποψήφιο πρόεδρο μυστικού πράκτορα, καταλήγει να βιντεοσκοπεί τον πρώτο φόνο. Είναι σαφές ότι οι υπόλοιποι είναι απλώς ζήτημα χρόνου και η κάθαρση εξαιρετικά αβέβαιη.

Ο αναγνώστης παρακολουθεί έμφοβος να ξετυλίγεται μπροστά του ο εφιάλτης της κατάργησης της πολιτικής από την αγορά, του ξεπουλήματος της χώρας και του πλούτου της, της αδυναμίας αντίδρασης ακόμα και στα πιο υψηλά κλιμάκια, της συνέργειας επιχειρήσεων και εγκλήματος-μαφίας. Απέναντι στον τερατώδη αυτόν μηχανισμό, καλές προθέσεις, ηθική και στράτευση, ουτοπίες και ρομαντισμοί, διάψευση και επιμονή. Ο καλός αστυνομικός ανταμείβεται με έναν απρόσμενο, σχεδόν, τρόπο, αφού έχει χάσει την υπόθεση από τα χέρια του και δεν έχει καταφέρει, παρά την εντιμότητά του, να προστατεύσει κανέναν, πόσω μάλλον την ίδια τη χώρα. Ο κακός-καλός πατέρας μιας ακτιβίστριας, από την άλλη, καταφέρνει το ελάχιστο επειδή ακριβώς υπήρξε κάποτε πολεμικός ανταποκριτής: έχει συναίσθηση ότι πρόκειται περί πολέμου, ιδιαιτέρως φονικού, και αναλόγως πράττει και κινείται. Οι παράφοροι νεαροί οικολόγοι ηττώνται κατά κράτος και πληρώνουν με τη ζωή τους τη γραφική έως και υστερική, όπως περιγράφεται εντέλει, στράτευσή τους. Ο αντίπαλος υποψήφιος πρόεδρος ποιείται τη νήσσαν καθώς οι συνομιλίες μεταξύ των δύο στρατοπέδων περί ανταλλαγμάτων δίνουν και παίρνουν. Και η ζωή συνεχίζεται. Οπως και στην Ελλάδα, που έχει διαλυθεί και διασυρθεί για λόγους πραγματικά αντίστοιχους τελικά και μέσα από παρόμοιες πρακτικές.

«Το μαύρο ξεβάφει»

Στην γκαρσονιέρα του αρχηγού των οικολόγων, ο Παρίς, ο καλός αστυνομικός, βλέπει στη βιβλιοθήκη του γνωστούς του αριστερούς αστυνομικούς συγγραφείς, «Μανσέτ, Ντενένξ, Ιζζό και Φαζαρντί». Στη Γαλλία, ένα στα τέσσερα -ή στα πέντε, κατ' άλλους- βιβλία που πουλιούνται, είναι αστυνομικό. Το σύνολο των αστυνομικών μυθιστορημάτων που πουλιούνται είναι μεγαλύτερο σε σύγκριση με το κάθε άλλο είδος μυθιστορήματος χωριστά. Οι λόγοι πολλοί, τα έχουμε ξαναπεί πολλές φορές και μην τα ξαναλέμε, και όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά παγκοσμίως: η κρίση, η επαναφορά της πολιτικής, η ανάγκη για ένα νέο κοινωνικό μυθιστόρημα, οι τίτλοι ευγενείας που επιτέλους κέρδισε το είδος. Τους συνοψίζει υπέροχα ο Πατρίκ Ρενάλ, σχολιάζοντας τη διαρκή μετακίνηση από το «μαύρο/νουάρ» στο «λευκό» και πίσω πάλι πολλών συγγραφέων σήμερα: «Ενα πλεονέκτημα έχει το μαύρο σε σχέση με το λευκό, ξεβάφει!». Και διαποτίζει τα άλλα είδη με τον πλέον δημιουργικό τρόπο.

Το γαλλικό αστυνομικό μυθιστόρημα, στην πλέον πολιτικοποιημένη μορφή του, την οποία εγκαινίασε ο Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ, έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αλλά δεν έχει έως σήμερα επαρκώς ριζώσει. Ισως γιατί, όταν μεταφράζονταν τα έργα του Πατρίκ Ρενάλ, του Ντιντιέ Ντενένξ, του Ζαν-Μπερνάρ Πουί, του Ζεράρ Ντελτέιγ, κατά την τελευταία δεκαετία, δεν ήταν ακόμη σαφής για τους Ελληνες αναγνώστες η παγκοσμιοποιημένη διάσταση της πολιτικής διαπλοκής, του οικονομικού εγκλήματος, του υφέρποντος και έκδηλου φασισμού, των νέων κοινωνικών προβλημάτων, με έμφαση στη φτώχεια και την πολυπολιτισμικότητα. Σε σημείο που και οι ίδιοι οι Γάλλοι να θεωρούν αυτή την εκδοχή της αστυνομικής τους λογοτεχνίας, πλάι στην πλέον ευπώλητη αμερικανοτραφή και την ιστορική αστυνομική λογοτεχνία, σχεδόν μη μεταφράσιμη. Σήμερα που τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά, η θέση της δεν μπορεί παρά να είναι διαφορετική. Η «Εντιμότατη εταιρεία», πάντως, αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον δείγμα της και αξίζει να διαβαστεί πλάι στα, συχνά ευπώλητα, αντίστοιχης προβληματικής ελληνικά αστυνομικά μυθιστορήματα.

Έντυπη