ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Η έννοια της κριτικής διαμάχης

Του Δημητρη Κοσμοπουλου*

ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ

Γκιόστρα

Κείμενα κριτικής διαμάχης

εκδ. Μικρή Αρκτος

Σε δοκίμιό του για την κριτική και τη γλώσσα, το 1898, ο Παλαμάς τόνιζε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Οσες φορές μίλησε η κριτική στην τωρινή Ελλάδα με κάποια γνώση της φιλολογικής ιστορίας και με κάποια φιλοσοφία έξω από τη σχολαστικότητα και την αλαφροκεφαλιά, πάντοτε πέταξε μια διαμαρτύρηση [...] εναντίον της σχολαστικής αρχής [...]». Τέχνη, λοιπόν, η κριτική και μάλιστα τέχνη αντισχολαστική; Φαντάζει παράδοξο, μέσα στα όρια της τρέχουσας κριτικογραφίας, η οποία, κατά κανόνα, εξαντλείται στην αυτάρκεια που της δωρίζει η ασφαλής κίνηση μεταξύ δύο πόλων: Του καθεστώτος της απέραντης κατάφασης προς τον λογοτεχνικό πολτό, σε επίπεδο σημειωματογραφίας – αφενός. Της ενδεούς υποταγής στις αποδομητικές, συνήθως, επιταγές της «θεωρίας» (κατά τεκμήριον κακοχωνεμένης) – αφετέρου.

Και οι δύο όψεις του κριτικογραφικού κανόνα διαθέτουν χαρακτηριστικά φαιδρότητος, η δεύτερη, όμως, η ex cathedra, στη φαιδρότητά της, αλλοιώνει κριτήρια, πάνω σε προκρούστεια κρεβάτια ιδεολογημάτων. Αλλά κάθε κανόνας έχει τις εξαιρέσεις του. Σ’ αυτές ανήκει και το βιβλίο του Νάσου Βαγενά «Γκιόστρα». Ο τίτλος μάς μεταφέρει στη γλώσσα του Βιτσέντζου Κορνάρου, όπου γκιόστρα σημαίνει κονταροχτύπημα. Ο υπότιτλος, «Κείμενα κριτικής διαμάχης», είναι αυτοχαρακτηριστικός.

Το βιβλίο απαρτίζεται από επτά ενότητες κειμένων, τα οποία συγκροτούν τον κριτικό αντίλογο του Βαγενά σε επτά κεντρικά ζητήματα για τα κριτικά μας πράγματα. Ο Βαγενάς αποτελεί μια εντυπωσιακή εξαίρεση στον κριτικογραφικό μας κανόνα όχι επειδή διαθέτει τη σιδερόφραχτη αρματωσιά –τη «βαρεία πανοπλία» κατά Δημητράκο– του πανεπιστημιακού νεοελληνιστή. Αλλά –κυρίως– γιατί οι γνώσεις και η έρευνά του διαπνέονται από την ποιητική του ιδιοσυγκρασία. Οι κριτικές μελέτες του πορεύονται σύγκορμα και σύγχρονα με την ποιητική του τέχνη. Μια ποιητική που συνεχίζει το σπουδαίο παρακλάδι της «λόγιας» παράδοσης στα ποιητικά μας πράγματα, η οποία ξεκινά από τον Κάλβο και τον Σολωμό, διατρέχει όλο τον 19ο αιώνα και φθάνει στον Παλαμά και τον Σεφέρη.

Από τις απαρχές

Δεκατρία κείμενα χωρισμένα σε επτά ενότητες συγκροτούν τον τόμο. Οι δύο πρώτες ενότητες έχουν να κάνουν με τις απαρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας, και τη διαφωνία για το πότε αυτή εμφανίζεται. Με αναθεωρητικό τρόπο και αποδεικτική επίκληση των πηγών, ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι η εμφάνιση της νεοελληνικής λογοτεχνίας συνδέεται άμεσα με την εμφάνιση της νεοελληνικής εθνικής συνείδησης. Οι απαντήσεις του προς εκείνους οι οποίοι –δέσμιοι ιδεολογημάτων– αρνούνται την ύπαρξη αυτής της συνείδησης παραβλέποντας τις πηγές, ανατρέπουν παγιωμένες παραναγνωστικές αντιλήψεις. Στην ενότητα με τίτλο «Ακόμη λίγα για τον Καρυωτακισμό» βρίσκουμε μιαν ουσιαστική συνέχεια των όσων ο Βαγενάς έχει τονίσει ως προς την παραμόρφωση του Καρυωτάκη, στο ομώνυμο βιβλίο του (2005). Εδώ, ανατρέπεται μια συνωμοσιολογική αντίληψη για τη στάση της Γενιάς του ’30 προς τον Καρυωτάκη, μέσα από την παράθεση των αδιαμφισβήτητων πραγματολογικών δεδομένων.

Στην ενότητα του βιβλίου που επιγράφεται «Κριτική από μνήμης», ο Βαγενάς απαντά ακριβώς σ’ εκείνους που τον κατηγορούν για «άκριτη σεφερολατρία». Στις απαντήσεις του επισημαίνει το κυρίαρχο φαινόμενο μιας «κριτικής από μνήμης», η οποία φαίνεται να κυριαρχεί στηριγμένη σε επιδερμικές εντυπώσεις στα λογοτεχνικά μας πράγματα. Και στο ένατο αυτό βιβλίο του συναγωγής κριτικών κειμένων με την ιδιοτυπία της πολεμικής για τη διάσωση των κριτηρίων, αποδεικνύει ότι η ποιητική του παραγωγή και η κριτική του υποδομή είναι συγκοινωνούντα δοχεία. «Ο νους ο δημιουργικός ξεχύνεται με την ποίηση και ξεκαθαρίζεται με την κριτική. Η ποίηση περνά από το κόσκινο της κριτικής», έγραφε (1912) στην «Ποιητική» του ο Παλαμάς. Η κριτική τέχνη του Βαγενά αποδεικνύει και σε αυτό το βιβλίο ότι αυτή η διφυής παράδοση συνεχίζεται και στον καιρό μας.

* Ο κ. Δημήτρης Κοσμόπουλος είναι ποιητής και δοκιμιογράφος.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη