ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

Της Τιτικας Δημητρουλια

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ

Τα ποιήματα (1970-2010)

εκδ. Τόπος

Ο Γιάννης Κοντός, στην επανέκδοση της πρώτης του συλλογής, «Περιμετρική», περιγράφει γλαφυρά πώς εξέδωσε ιδίοις αναλώμασι τα πρώτα του ποιήματα, σε ένα τυπογραφείο της οδού Γερανίου –σαν αυτό που ωραία περιέγραφε ο Μένης Κουμανταρέας στο «Δυο φορές Ελληνας»· πώς στη συνέχεια τα πήρε υπό μάλης και έτρεχε στους βιβλιοπώλες να αφήσει λίγα αντίτυπα και στεκόταν μετά μπροστά στις βιτρίνες με τις ώρες και θαύμαζε το βιβλίο του. Ταυτισμένος με τον Κέδρο, όπου για δεκαετίες υποδεχόταν τους ομοτέχνους του, πρόλαβε κι έδωσε ευκαιρίες σε νέους ποιητές, πριν η κρίση επαναφέρει τα εκδοτικά μας πράγματα σε ένα σημείο που παραπέμπει σε άλλες εποχές – και οι νέοι ποιητές θαυμάζουν όλο και πιο συχνά το βιβλίο τους στη βιτρίνα του Διαδικτύου και μόνο.

Κεντρική μορφή της γενιάς του ’70, ο Κοντός διαγράφει στο έργο του ομόκεντρους κύκλους, κύκλους–διαδρομές μέσα στην πόλη, μέσα στην Αθήνα – που περικλείει όλες τις άλλες πόλεις, τη Λόντρα με τις ομίχλες της, την Πράγα του Κάφκα, τις επαρχιακές πόλεις με τους φαντάρους στα καφενεία, κι όλες εκείνες τις πόλεις της φαντασίας που δημιουργεί η όραση του ποιητή, κι αυτές με τη σειρά τους την ορίζουν. Με καθημερινά, απλά υλικά, οικοδομεί έναν κόσμο οικείο και μαζί διαφορετικό, «πειραγμένο», διπλοτυπωμένο, κινηματογραφικό και συχνά θεατρικό, όπου τα θαύματα μοιάζουν εφικτά μόνο στο επίπεδο των λέξεων. Διότι ο κόσμος αυτός είναι σαν το στρατόπεδο της «Περιμετρικής», δεν έχει ποτάμι ως όφειλε, δεν έχει δίοδο διαφυγής και σωτηρίας. Μια πόρτα παραμένει μια πόρτα και ως τέτοια περιγράφεται, αλλά μπορεί να οδηγεί αυτόν που ξεκίνησε για την τουαλέτα στο κλουβί με τα λιοντάρια. Γεμάτος άνθη και μεγάλα σπίτια, λιοντάρια, λύκους και ποντίκια, σκοτάδια που μεταμφιέζονται σε φως και βροχές αγγέλων, συχνά φλεγόμενος, πάντα ασπαίρων, ο κόσμος του είναι ένας κόσμος ακατανόητος, ελάχιστα γενναιόδωρος, εφιαλτικός.

Στον χωροχρόνο του, οι εξωτερικοί χώροι χωρίζονται λες από τους εσωτερικούς με ένα λεπτό χαρτόνι, και όλη η ζωή, μέσα και έξω, κυλάει φρενήρης, και μαζί περίεργα στατική, και παρασύρει στο πέρασμά της αισθήματα κι αισθήσεις, αναμνήσεις και ιδεολογίες, μουσικές και εικόνες προσεχώς. Πεζόμορφα ποιήματα κι άλλα πολύ σύντομα, ποιήματα–μουσικές, ποιήματα–στιγμιότυπα, ποιήματα μονόπρακτα, ποιήματα μικρού μήκους, όλα μαζί σχηματίζουν το ένα και μοναδικό ποίημα που γράφει ο Κοντός, πενήντα χρόνια τώρα, για τον παράλογο κόσμο όπου ζει ο σύγχρονος άνθρωπος και ταλανίζεται από τη βία της Ιστορίας και από εκείνη της μαζοποίησης.

Προϊόντος του χρόνου, η διάρκεια στα ποιήματά του διαστέλλεται και μετασχηματίζεται, δημιουργώντας φωτοσκιάσεις που καταργούν τα όρια μεταξύ οργανικού και ανόργανου, φυτικού και ζωικού, ανθρώπου και κόσμου. Κι ενώ ο εφιάλτης καραδοκεί, τα ανελέητα χρώματά του μοιάζουν να ξεθωριάζουν λίγο και να δίνουν τη θέση τους σε μια διαρκή αγωνία, για τον καιρό, τα συναπαντήματα, για όλες εκείνες τις κινήσεις που μπορούν ακόμη να αλλάξουν ένα γρανάζι στη χρονομηχανή. Αυτές οι κινήσεις είναι οι πιο καθημερινές, οι πιο συνηθισμένες, και οι άκρες τους χάνονται στο όνειρο, από το ψαλιδάκι που κόβει κρίνους μαζί με τα νύχια ώς τον πεθαμένο που βάφει τα παπούτσια του και τη νύχτα που ξύνει το δοντάκι της πριν σύρει στην επικράτειά της άλλον έναν ποιητή.

Αφηγηματικός και εξομολογητικός, ερωτικός και συμπάσχων, ο Κοντός αρθρώνει έναν στοχαστικό ποιητικό λόγο ειρωνικό, αυτοσαρκαστικό και μαζί συμπονετικό, ο οποίος δεν αρνείται το παρελθόν, ούτε λιβανίζει το μέλλον, αλλά ανακρίνει ένα δύστηνο παρόν. Και σαν τους ευάριθμους αγγέλους που έπεσαν όταν ξηλώθηκε ο ουρανός, μαζί με τους αυτόχειρες, προσεύχεται με την ποίησή του για εμάς, για έναν κόσμο πιο ευανάγνωστο και μια ζωή στα μέτρα του ανθρώπου.

Έντυπη