Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Ο Τσόρτσιλ, ο Κέσελ και ο ανώνυμος Ελληνας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τις τελευταίες μέρες έτυχε να διαβάσω τις περιγραφές δύο τελείως διαφορετικών ανθρώπων για ένα από τα συγκλονιστικά γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας μας – τα Δεκεμβριανά του 1944. Η μία είναι στο κεφάλαιο «Χριστούγεννα στην Αθήνα» στην Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πόλεμου του Ουίνστον Τσόρτσιλ· η άλλη είναι του φωτορεπόρτερ Ντιμίτρι Κέσελ. Ο ένας Αγγλος και από τους μεγάλους πρωταγωνιστές των ημερών του, ο δεύτερος Αμερικανός και αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων που εκτυλίσσονται μακριά από τις αίθουσες των αποφάσεων όπου ο πρώτος κυριαρχούσε. Και οι δύο έχουν πολλά να πουν για τους Ελληνες και για τα γεγονότα εκείνων των τραγικών ημερών – όταν είχαν φύγει οι κατοχικές δυνάμεις των Γερμανών και, αντί να χαρεί τη νίκη, η χώρα μας έσπευδε προς τον εμφύλιο πόλεμο.

Είχα διαβάσει το κείμενο του Τσόρτσιλ κάποτε αλλά το είχα ξεχάσει. Μου είχαν μείνει στον νου μόνο οι φωτογραφίες της επίσκεψής του στην Αθήνα – φωτογραφίες που είχε βγάλει ο Κέσελ, ο οποίος εργαζόταν για το περιοδικό LIFE. Το διάβασα πάλι όταν ξεφύλλισα το τελευταίο μέρος του έργου του που προσέφερε η «Κ» στους αναγνώστες της πριν από λίγες εβδομάδες. Τις φωτογραφίες του Κέσελ από την Ελλάδα τις γνωρίζουμε όλοι. Ανοίγοντας το βιβλίο του προχθές («Ελλάδα του 1944», εκδ. Αμμος, 1997), διάβασα την εισαγωγή. Ενώ ο Τσόρτσιλ εξηγεί τα γεγονότα και τις αποφάσεις του μέσα στο πανευρωπαϊκό πλαίσιο όλου του πολέμου, ο Κέσελ παραθέτει απλώς αυτά που βλέπει. Αυτό που ενώνει τις περιγραφές είναι το γεγονός, η μετωπική σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων.

Ο Τσόρτσιλ αρχίζει το κεφάλαιο ετοιμάζοντας τη σκηνή για τη σύγκρουση. «Οι Ελληνες ανταγωνίζονται τους Εβραίους για το ποια από τις δύο φυλές είναι η πιο πολιτικοποιημένη στον κόσμο. Ανεξάρτητα από το πόσο άθλιες είναι οι συνθήκες της ζωής τους ή το πόσο κινδυνεύει η χώρα τους, αυτοί είναι πάντα χωρισμένοι σε πολλά κόμματα, με πολλούς αρχηγούς, οι οποίοι μάχονται μεταξύ τους με ένα απεγνωσμένο πάθος», γράφει (μτφρ.: Γιάννης Καστανάρας). «Εχουν επιβιώσει παρ’ όλα όσα έχει κάνει ο κόσμος εναντίον τους και παρ’ όλα όσα έχουν κάνει στους εαυτούς τους». Για τη διαδήλωση στην Πλατεία Συντάγματος που πυροδότησε τη σύγκρουση, ο Τσόρτσιλ γράφει: «Την Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου, υποστηρικτές των κομμουνιστών, που συμμετείχαν σε παράνομη συγκέντρωση, συγκρούστηκαν με την Αστυνομία και ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος. Την επομένη ο στρατηγός Scobie (αρχηγός των βρετανικών δυνάμεων) διέταξε τον ΕΛΑΣ να εκκενώσει αμέσως την Αθήνα και τον Πειραιά. Τα στρατεύματα του ΕΛΑΣ, όμως, συνεπικουρούμενα από ένοπλους πολίτες, προσπάθησαν να καταλάβουν την πρωτεύουσα με τη βία. Τη στιγμή εκείνη ανέλαβα τον άμεσο έλεγχο της υπόθεσης». Γράφει ότι όταν πληροφορήθηκε πως ο ΕΛΑΣ είχε καταλάβει σχεδόν όλα τα αστυνομικά τμήματα των Αθηνών και βρισκόταν κοντά στα γραφεία της κυβέρνησης, διέταξε τη δύναμη των 5.000 Βρετανών στρατιωτών, «οι οποίοι δέκα ημέρες νωρίτερα είχαν γίνει δεκτοί με ξέφρενο ενθουσιασμό από τον πληθυσμό ως απελευθερωτές, να επέμβουν και να ανοίξουν πυρ εναντίον των ύπουλων επιδρομέων». Οι κινήσεις αυτές επικρίθηκαν σφοδρότατα από τις ΗΠΑ, οι οποίες κρατούσαν ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με τον ΕΛΑΣ (έως ότου, δύο χρόνια αργότερα, οι ΗΠΑ διαδέχτηκαν τη Βρετανία στο έργο της υποστήριξης της ελληνικής κυβέρνησης). Στη συνέχεια, ο Τσόρτσιλ περιγράφει την επίσκεψή του στη Αθήνα, τη διάσκεψη Ελλήνων πολιτικών (συμπεριλαμβανομένων της Αριστεράς) και τις έξι εβδομάδες μαχών έως την επίτευξη μιας εύθραυστης ηρεμίας.

Στην Πλατεία Συντάγματος, ο Κέσελ βρέθηκε ανάμεσα στους διαδηλωτές και τους αστυνομικούς όταν οι δεύτεροι άρχισαν να πυροβολούν. «Πυροβολούν άοπλους» παρατήρησε ο Αμερικανός ανταποκριτής Κόνι Πούλος. Την επόμενη -ημέρα των κηδειών- ένας «καλοντυμένος κύριος» μιλούσε αγγλικά σε ομάδα Αμερικανών και Βρετανών ανταποκριτών έξω από το νεκροταφείο. «Είναι μια μέρα οδύνης για τους Ελληνες. Ολοι μας, αριστεροί και δεξιοί, πενθούμε», είπε. «Οι Γερμανοί είχαν φύγει και πανηγυρίσαμε. Πιστέψαμε πως τα χρόνια του πένθους πέρασαν... Ομως, σήμερα θρηνούμε άλλη μια φορά. Από τον τρόπο που μιλάω μπορεί να πιστέψετε πως είμαι κομμουνιστής. Δεν είμαι... Ανήκω σε αυτό που ονομάζεται ανώτερη αστική τάξη. Είμαι επιχειρηματίας. Πάνω απ’ όλα, όμως, είμαι Ελληνας και δεν αντέχω πια να βλέπω Ελληνες να σκοτώνονται. Είχαμε πάντα διαφορές μεταξύ μας, είχαμε όμως και τον τρόπο να τις λύνουμε».

Ενας Ελληνας έβλεπε τι ερχόταν. Δεν θα ήταν ο μόνος. Αλλά τα πάθη ήταν ισχυρότερα από τη λογική.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ