ΒΙΒΛΙΟ

Ενα ευφυές μυθιστόρημα

ΤΙΤΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ

Αλίκη Ντουφεξή-Ποουπ
Το ακατέργαστον μου
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας
σελ. 200

Πώς νιώθει ένας συγγραφέας που βάζει την ψυχή του στο έργο του, ζει μέσα από τη δημιουργία του, όταν βλέπει τους αναγνώστες να τον αγνοούν, ενώ την ίδια στιγμή λατρεύουν τα ευπώλητα γυναικεία μυθιστορήματα; Τι σημαίνει πραγματικά γυναικείο μυθιστόρημα; Γραμμένο από γυναίκες για γυναίκες; Πώς διαμορφώνεται το εκδοτικό πεδίο με βάση την κρίση, πώς ο στενός τομέας, τα βιβλία της «καλής» λογοτεχνίας με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει, περιορίζεται υπέρ της θριαμβευτικής επέλασης των ευπώλητων αυτών; Διαμορφώνει η πατρωνία, οι παράγοντες εκτός της λογοτεχνίας καθαυτήν, από κάποιους εκδότες ως τα ΜΜΕ κυρίως σήμερα και πολύ λιγότερο την Εκκλησία ή το κόμμα, το γούστο; Εξίσου με τους επαγγελματίες του χώρου, τους κριτικούς ή τους καθηγητές; Μπορεί ο καλλιτέχνης που αρνείται τη σύμβαση να νικήσει το θηρίο στην εποχή του, να δει τα βιβλία του να γίνονται ανάρπαστα, ή μήπως είναι καταδικασμένος να βλέπει την ίδια του την οικογένεια να συντάσσεται με τον «εχθρό», με τα γυναικεία, μαζικά μυθιστορήματα; Τα οποία μάλιστα μπορεί να γράφει και ο ίδιος είτε για λόγους βιοπορισμού είτε για να υποστηρίξει την έκδοση των μη ευπώλητων βιβλίων του;

Ιδού ο καμβάς του ευφυούς μυθιστορήματος της Αλίκης Ντουφεξή-Πόουπ, η οποία δεν υπάρχει ούτε εντός ούτε εκτός βιβλίου. Είναι ομολογημένα το alter ego τόσο του συγγραφέα, ή της συγγραφέως, όσο και του αφηγητή: ένας καλός συγγραφέας γράφει με το συγκεκριμένο ψευδώνυμο ένα βιβλίο για έναν συγγραφέα της «καλής» λογοτεχνίας, ο οποίος γράφει γυναικεία μυθιστορήματα με το ίδιο ψευδώνυμο. Ο Αλκης και η Αλίκη συμβιώνουν κανιβαλιστικά, καθώς η επιτυχία της μιας οδηγεί σε παραφροσύνη τον άλλον, που επιπλέον γίνεται για διάφορους λόγους και Αλίκη (ένα μικρό «ι» άλλωστε κάνει τη διαφορά) και σιγά-σιγά μισεί το κομμάτι αυτό του εαυτού σε σημείο αυτοκαταστροφής.

Ο/η συγγραφέας του βιβλίου γνωρίζει καλά την κοινωνιολογία της τέχνης του Πιερ Μπουρντιέ, αφού επανέρχεται στις αντιπαλότητες του λογοτεχνικού πεδίου και την αντιπαράθεση του καλλιτέχνη, του ποιητή με την εποχή του και την αγοραία αντίληψη της τέχνης – με το θέμα πάντως ασχολούνται και άλλοι συγγραφείς αυτόν τον καιρό, από τον Ιερώνυμο Λύκαρη στο «Ρομάντζο των καθαρμάτων» λόγου χάρη ως τον Λευτέρη Καλοσπύρο με το μυθιστόρημα «Η μοναδική οικογένεια». Δεν κάνει όμως κοινωνιολογία: δίνει μια απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο και πώς η καλή λογοτεχνία μπορεί σήμερα να είναι συναρπαστική.

Με σύνθετη στόχευση, που αρχίζοντας από την τέχνη καταλήγει στη διερώτηση για την ταυτότητα, το φύλο, τους διχασμούς, την κατασκευή της στην κοινωνία και στο Διαδίκτυο. Με σαρκασμό και σάτιρα όχι μόνο του λογοτεχνικού και εκδοτικού χώρου, αλλά και των ΜΜΕ και της νεοελληνικής κοινωνίας σήμερα με τις αγωνίες και τα στερεότυπά της. Με περίτεχνη κατασκευή, που συναιρεί διαλόγους, αφήγηση, αναρτήσεις σε μπλογκ και σχόλια, προσκλήσεις, συνεντεύξεις, ατάκες, χειρόγραφα σβησμένα μάλιστα, αποσπάσματα έργων κ.ά.· ενθέτει κείμενα άλλων, που δίνουν νέες σημασίες στην αφήγηση, όπως στην περίπτωση του «γκόλεμ», που συνώνυμό του είναι το «ακατέργαστον» του τίτλου, δηλώνοντας το πρόπλασμα της ζωής – εδώ τη δημιουργία του προσώπου της Αλίκης από τον Αλκη, που θα οδηγήσει στη δική του αλλαγή και κατάργηση. Σημαίνει το ζωντάνεμα του Αλκη και τη συμβολοποίησή του, καθώς λειτουργεί ως «καιόμενος» της αισθητικής, με το μανιφέστο του για τη φύση, τη θέση, την ιδιαιτερότητα και την ευθύνη του καλλιτέχνη, που ενώ αγνοείται συστηματικά καλείται κατά περίπτωση να εκπληρώσει τον κοινωνικό του ρόλο. Κι όλα αυτά, μαζί με άλλα πολλά, χωρίς να φαίνονται οι ραφές, χωρίς να σκοντάφτει ο αναγνώστης, χωρίς να στέκεται στην κατασκευή και τα τερτίπια της, αλλά στη διαρκή υπονόμευση του νοήματος που το χαρακτηρίζει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ