Του ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΥΛΟΥΜΠΗ*

Εθνική κυριαρχία στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Η Ελλάδα προβαίνει ελεύθερα, με νόμο που ψηφίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της, εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον, δεν θίγει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας και με τον όρο της αμοιβαιότητας»
Το Σύνταγμα της Ελλάδας, άρθρο 28, παρ. 3.

Κατά γενική εκτίμηση, «κυριαρχία» είναι η ικανότητα ενός κράτους, διαμέσου της κυβέρνησής του, να ελέγχει τις εσωτερικές του υποθέσεις και να έχει στις διακρατικές του σχέσεις την ελευθερία να συνάπτει ή να εγκαταλείπει συμμαχίες, να κάνει πολέμους ή να παραμένει ουδέτερο, ώστε να υπερασπίζεται με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντά του. Στην πράξη, όμως, έχουμε διαπιστώσει ότι ορισμένες χώρες είναι «περισσότερο κυρίαρχες» από πολλές άλλες, ανάλογα με τις τιμές ισχύος (πληθυσμός, έκταση, οικονομική επάρκεια, ένοπλες δυνάμεις, συμμαχίες και ποιότητα ηγεσίας) που διαθέτουν.

Η ελληνική εμπειρία από την εθνική Επανάσταση του 1821 μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια περίοδος σταδιακής μετάβασης από την εξάρτηση στην αλληλεξάρτηση. Στον 19ο αιώνα το νεοπαγές ελληνικό κράτος βρέθηκε υπό την ανταγωνιστική εποπτεία των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων (Γαλλία, Βρετανία, Ρωσία). Αντιθέτως, στον 20ό πέρασε διαδοχικά, ύστερα από κάποιες αμφιταλαντεύσεις το 1915-16, στην αγγλική σφαίρα επιρροής και, μετά την ανακήρυξη του δόγματος Τρούμαν (1947), στην αμερικανική ομπρέλα. Η Μεγάλη Ιδέα και ο αλυτρωτισμός ενεργοποίησαν την ελληνική εξωτερική πολιτική στους Βαλκανικούς και στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Η έκβαση των γεγονότων θα ήταν πολύ καλύτερη αν ο λαός μας δεν είχε διχαστεί μεταξύ βασιλικών και βενιζελικών (στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο) και μεταξύ κομμουνιστών και εθνικιστών (στον Δεύτερο). Η μεταπολεμική Ελλάδα υπέστη ίσως το βαθύτερο τραύμα στην ιστορία της με τον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Η εγχώρια σύγκρουση καθυστέρησε διαδικασίες ανοικοδόμησης και εκσυγχρονισμού που -αντιθέτως- προχώρησαν με γοργούς ρυθμούς στη Γαλλία και την Ιταλία, χώρες που επίσης διέθεταν πανίσχυρα κομμουνιστικά κόμματα. Σε τελευταία ανάλυση, η ελληνική δεκτικότητα απέναντι στις ξένες επεμβάσεις (που ουσιαστικά θρυμμάτιζαν κάθε ίχνος της εθνικής μας κυριαρχίας) οφείλεται σ’ αυτό που λαϊκά θα αποκαλούσαμε «το κακό μας το κεφάλι».

Παρά τη ραγδαία οικονομική μας ανάπτυξη στις δεκαετίες του 1950 και 1960, δεν καταφέραμε να ξεπεράσουμε χρόνιες πολιτικές ασθένειες του σύγχρονου Ελληνισμού: τον λαϊκισμό, τα πελατειακά κόμματα και τις μανιχαϊκού τύπου πολιτικές αντιπαραθέσεις. Ο Ηλίας Νικολακόπουλος εύστοχα χαρακτήρισε το πολίτευμά μας στα χρόνια 1944-67 «μια καχεκτική Δημοκρατία». Ετσι, το 1967, ύστερα από παρατεταμένες πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ του παρεμβατικού Θρόνου και της εκλεγμένης κυβέρνησης της Ενωσης Κέντρου, καταλήξαμε στο δικτατορικό καθεστώς των συνταγματαρχών που, κατά τη γνώμη του γράφοντος, ήταν απόλυτα εξαρτημένο από τις ηγεσίες της Ουάσιγκτον.

Η λεγόμενη Μεταπολίτευση, στη συνέχεια των τραγικών συμβάντων του καλοκαιριού του 1974 (χουντικό πραξικόπημα στην Κύπρο και τουρκική εισβολή που το ανεγκέφαλο πραξικόπημα διευκόλυνε), θα πρέπει να αποτιμηθεί ως μια συνετή μετάβαση από τη δικτατορία στην εδραιωμένη Δημοκρατία. Και, χωρίς αμφισβήτηση, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πιστώνεται για την επιτυχία της μετάβασης σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα. Οι πράξεις της κυβέρνησής του που άνοιξαν για τη χώρα μας μια νέα εποχή συμπεριλαμβάνουν τη νομιμοποίηση των κομμουνιστικών δυνάμεων, την οριστική διευθέτηση του πολιτειακού ζητήματος με το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974, τις δίκες των πρωταιτίων του πραξικοπήματος καθώς και των βασανιστών της Επταετίας, τη συνταγματική αναθεώρηση του 1975, την επιτυχημένη επιχείρηση για την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ως το δέκατο μέλος της τον Ιανουάριο του 1981 και τη σχετικά ομαλή αλλαγή κυβερνητικής σκυτάλης από τη Νέα Δημοκρατία στο ΠΑΣΟΚ, τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου. Η Ελλάδα, λίγο πριν από την έναρξη της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης που έγινε αισθητή από τις αρχές του 2008, είχε κατοχυρώσει μια ζηλευτή θέση στον χώρο των αναπτυγμένων και εδραιωμένων Δημοκρατιών της Δύσης.

Σήμερα, δυστυχώς, βρισκόμαστε μπροστά σε μια γιγαντιαία οικονομική κρίση. Υστερα από έξι χρόνια ύφεσης, πρωτοφανούς ανεργίας, και αυστηρής διεθνούς επιτήρησης από την τρόικα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια ιστορική δοκιμασία. Οι πολιτικές μας δυνάμεις συμμετέχουν σε έναν τρίτο διχασμό (μεταμοντέρνου τύπου) ανάμεσα στους λεγόμενους μνημονιακούς και τους αντιμνημονιακούς. Η στασιμότητα της αγοράς, η ανεργία (ιδίως το 60% των νέων) και η μεγάλη και επώδυνη μείωση μισθών και συντάξεων έχουν προκαλέσει ένα μείγμα κατάθλιψης και οργής στον ελληνικό λαό. Ευτυχώς, μέχρι στιγμής, εξαιρώντας τον Δεκέμβριο του 2008, ο λαός έχει αντιδράσει συγκρατημένα, αποφεύγοντας παλαιότερες εκρηκτικές συνήθειες. Τα αντιπολιτευόμενα κόμματα αριστεράς και δεξιάς απόκλισης χρησιμοποιούν έντονα φορτισμένα συνθήματα όπως «αποικία χρέους», «γερμανική κατοχή» και «έξω οι τοκογλύφοι και οι εκβιαστές» για να περιγράψουν τη σημερινή κατάσταση. Ο λαϊκισμός έχει βρει γόνιμο έδαφος στην προσπάθειά του να εξαγριώσει έναν λαό που πραγματικά δοκιμάζεται. Διακηρύξεις όπως «πίσω στη δραχμή», «τέρμα στην επιτήρηση», «έξω από την Ευρώπη» και «η Ελλάδα μόνο στους Ελληνες» εύκολα κερδίζουν έδαφος σε τόσο βασανιστικές συνθήκες. Θα είναι κρίμα αν δεν αντιληφθούμε το μήνυμα του άρθρου 28 (παρ. 3) του ελληνικού Συντάγματος που παρατέθηκε στην προμετωπίδα αυτού του σχολίου. Είναι πραγματικά ιστορικής σημασίας να παραμείνουμε στην ευρωπαϊκή οικογένεια, η οποία σταθερά εξελίσσεται σε μια λειτουργική ομοσπονδία εδραιωμένων Δημοκρατιών και αναπτυγμένων οικονομιών.

*Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ