ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Νέο θρίλερ με τις αλλαγές του ΟΟΣΑ

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αντιμέτωπος με ένα ακόμη «καυτό» μέτωπο, αυτό της μεταρρύθμισης των αγορών, βάσει των προτάσεων του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), βρίσκεται ο υπουργός Ανάπτυξης, Κ. Χατζηδάκης. Στη σύσκεψη της Παρασκευής, στο Μέγαρο Μαξίμου, συμφωνήθηκε ότι θα υλοποιηθεί μεν το 80% των προτάσεων, αλλά με... αστερίσκους. Κι αυτό γιατί εκτός νομοσχεδίου θα τεθούν οι αλλαγές στο γάλα, αλλά και στα μη συνταγογραφούμενα φάρμακα, η διάθεση των οποίων θα παραμείνει στα φαρμακεία.

Το θέμα, όμως, είναι αν θα συμφωνήσει η τρόικα σ’ αυτό, καθώς θέλει η μεταρρύθμιση να προχωρήσει χωρίς «εκπτώσεις». Το υπουργείο Ανάπτυξης, όμως, από την άλλη πλευρά, έχει απέναντί του τις επαγγελματικές ομάδες, τους συναρμόδιους υπουργούς και το ΠΑΣΟΚ, που απαιτούν το αντίθετο. Και κάπως έτσι, φτάσαμε στο παράδοξο σημείο το σχετικό προσχέδιο, που έχει ετοιμάσει, να έχει επιστραφεί με παρατηρήσεις και από την τρόικα και από τα συναρμόδια υπουργεία, για εντελώς αντίθετους λόγους... Η μεν τρόικα ζητεί να προχωρήσουν άμεσα οι αλλαγές και μάλιστα το σύνολο αυτών και όχι το 80%, όπως έχει δεσμευθεί η κυβέρνηση, προειδοποιώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα μπορέσει να ολοκληρώσει την αξιολόγησή της για την εφαρμογή του Μνημονίου (η «Κ» αποκάλυψε την Παρασκευή σχετική επιστολή των δανειστών προς τον κ. Κ. Χατζηδάκη). Τα δε συναρμόδια υπουργεία επέστρεψαν το προσχέδιο με παρατηρήσεις, κάθε άλλο παρά επουσιώδεις, κυρίως σε ό,τι αφορά τις διατάξεις για τη διάθεση των μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων (ΜΥΣΥΦΑ) και εκτός φαρμακείων, την κατάργηση της καθοριζόμενης από το κράτος διάρκειας ζωής του «φρέσκου» γάλακτος και την κατάργηση της ενιαίας τιμής στα βιβλία.

Μετά την απόφαση που έλαβαν την Παρασκευή οι κ. Αντ. Σαμαράς και Ευ. Βενιζέλος, η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Ανάπτυξης βρέθηκε στη μέση. Αφενός πρέπει να πείσει την τρόικα για την πίστη της στις μεταρρυθμίσεις. Αφετέρου στο εσωτερικό ότι οι μεταρρυθμίσεις που προωθεί (σ.σ. όσες απομείνουν) είναι κατά βάση φιλολαϊκές, καθώς θα οδηγήσουν σε μείωση των τιμών. Αυτό δεν θα συμβεί με τις τιμές στο γάλα, όπου το καθεστώς δεν αλλάζει, ενώ είναι αμφίβολο αν θα επηρεαστούν οι τιμές των ΜΥΣΥΦΑ. Προκειμένου να αμβλύνει τις αντιδράσεις της τρόικας, η κυβέρνηση προσανατολίζεται στην άρση της διατίμησης των ΜΥΣΥΦΑ (σ.σ. όχι όμως και της ανώτατης τιμής τους ή ενός πλαφόν προς τα πάνω) ελπίζοντας ότι ο ανταγωνισμός των χιλιάδων φαρμακείων θα οδηγήσει τις τιμές σε... πτώση.

Σύμφωνα, πάντως, με τη μελέτη του ΟΟΣΑ, το δυνητικό όφελος για την ελληνική οικονομία, εάν υιοθετηθούν όλες οι προτάσεις του, εκτιμάται σε 5,2 δισ. ευρώ ετησίως.

Ειδικότερα, το όφελος για τους Ελληνες καταναλωτές από την κατάργηση της μέγιστης διάρκειας ζωής του φρέσκου γάλακτος θα ήταν 33 εκατ. ευρώ ετησίως, καθώς υπολογίζεται ότι οι τιμές θα μειώνονταν κατά 10%. Στο επιχείρημα του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, των κτηνοτρόφων, αλλά και μερίδας των γαλακτοβιομηχανιών ότι θα συρρικνωθεί περαιτέρω ο κλάδος των αγελαδοτρόφων (5.074 το 2009, ενώ σήμερα είναι 3.700), το υπουργείο Ανάπτυξης απαντούσε ότι η δυνατότητα διαφοροποίησης που θα επιτρέπουν οι ρυθμίσεις σε συνδυασμό με την καθιέρωση του ελληνικού σήματος θα οδηγήσουν σε ανάπτυξη. Οι μόνες χώρες στην Ευρώπη όπου σήμερα το γάλα πωλείται ακριβότερα απ’ ό,τι στην Ελλάδα είναι η Ιταλία, η Κύπρος, η Ελβετία και το Λουξεμβούργο. Τελικώς, με την απόφαση της Παρασκευής, οι αλλαγές στο γάλα «παγώνουν».

Από την απελευθέρωση της εμπορίας των ΜΥΣΥΦΑ ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι το όφελος για τους καταναλωτές, λόγω μείωσης των τιμών, θα ανέλθει σε 102 εκατ. ευρώ ετησίως. Σήμερα στην Ελλάδα η λίστα των ΜΥΣΥΦΑ περιλαμβάνει περισσότερα από 800 σκευάσματα, αριθμός που αντιστοιχεί στο 20% των ουσιών που ορίζονται ως τέτοιες από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά στη Γερμανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι 56,9% και 56%. Και στις δύο αυτές χώρες τα ΜΥΣΥΦΑ πωλούνται και εκτός φαρμακείων.

Σε ό,τι αφορά τα βιβλία, ο ΟΟΣΑ παρατηρεί ότι αν και οι πωλήσεις υποχωρούν συνεχώς από το 2008, οι τιμές δεν έχουν μειωθεί. Μάλιστα, το 2011 ήταν υψηλότερες κατά  9,5%  (κατά μέσον όρο)  σε  σύγκριση  με  4 -5 χρόνια πριν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ