Το αφήγημα της αφήγησης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πριν από πέντε ή έξι χρόνια στην ανθοδέσμη των υψηλών εννοιών που κοσμούν τον δημόσιο βίο μας ήρθε να προστεθεί και η λέξη «αφήγημα». Αν δεν κάνω λάθος ήταν προσφορά των προοδευτικών δυνάμεων του τόπου. Το είχαν αλιεύσει από το κεφάλαιο του μεταμοντερνισμού για τον οποίον η πραγματικότητα δεν υπάρχει παρά μόνον ως αφήγημα. Οθεν και του λόγου το αληθές: η Ελλάδα δεν χρειαζόταν να παράγει πλούτο, της έφτανε το αφήγημα του πλούτου και της ευμάρειας το οποίο, όταν έφτασε στο παταγώδες τέλος του, έπρεπε να αντικατασταθεί από ένα άλλο αφήγημα το οποίο θα συνέχιζε να μας απαλλάσσει από την υποχρέωση παραγωγής πλούτου. Για κάποιο χρονικό διάστημα το αφήγημα ζευγάρωσε με την άλλη υπέροχη λέξη, το «διακύβευμα». Δεν υπήρχε περίπτωση να ακούσεις συζήτηση από όπου θα έλειπε η λέξη «διακύβευμα» - όπου και το σωστό διακύβευση. Στις προχωρημένες μορφές σκέψης μιλούσαν για το «διακύβευμα του αφηγήματος», ή το «αφήγημα του διακυβεύματος», κι όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει - τόσο το καλύτερο γι’ αυτόν. Αν θυμάμαι καλά ώς το περασμένο καλοκαίρι ο πρωθυπουργός αναφερόταν στην ανάγκη δημιουργίας ενός νέου αφηγήματος. Ποιο θα ήταν αυτό και ποιος Ηρόδοτος θα το δημιουργούσε ήταν άγνωστο. Εκείνο που ήταν γνωστό, αντιθέτως, ήταν ότι προς το παρόν, ελλείψει αφηγήματος, αρκούμασταν στις μάχες για τη μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση, μέγας εθνικός στόχος, την παραγωγή πρωτογενούς πλεονάσματος από τους σαλαμινομάχους του προϋπολογισμού και εννοείται, ω πάντα εννοείται, την κάλυψη των προαπαιτουμένων για την είσπραξη της επόμενης δόσης, πάγιο αίτημα του εθνικού μας αφηγήματος. Ολα αυτά συνεποσούντο στο αφήγημα της ανάπτυξης, που την ακούμε και δεν τη βλέπουμε όσες φορές κι αν την αφηγηθούμε.

Αν ενοχλεί κάτι στην κατάχρηση της λέξης «αφήγημα» δεν είναι τόσο η απουσία εθνικού αφηγηματικού ταλέντου. Είναι η κενολογία που χάσκει πίσω από τις συλλαβές της, ένα είδος σοφολογιοτατισμού προσαρμοσμένου σε συνθήκες σκληρής και αντίξοης πραγματικότητας. Διότι ο παππούλης που περιμένει στην ουρά για να πάρει το χάπι για το σάκχαρο και ώσπου να φτάσει να το πάρει το σάκχαρο έχει χτυπήσει κόκκινο, ο άνεργος που καίει μελαμίνη για να ζεσταθεί, ή ο εργαζόμενος που πάει κάθε πρωί στη δουλειά του μόνον για να πληρώνει φόρους, και όλοι οι υπόλοιποι, ακούν αφήγημα και είναι σαν να μην ακούν τίποτε. Ακούνε μια παρόλα που προστίθεται στις υπόλοιπες του πολιτικού λόγου, κι ακόμη κι αν καταλαβαίνουν τι περίπου σημαίνει, το καταλαβαίνουν στο περίπου. Ενώ αν κάποιος τους μιλούσε για «σχέδιο», τότε θα περίμεναν, για να τον κρίνουν, τη συνέχεια. Στην πραγματικότητα το «αφήγημα» είναι η μεθαδόνη του σχεδίου, ένα υποκατάστατο κατάλληλο για την ρητορική της ανυπαρξίας.

Δεν ισχύει το ίδιο και με την αφήγηση. Η αφήγηση δεν μπορεί παρά να είναι συγκεκριμένη. Ακούς, ας πούμε, στο ραδιόφωνο ότι ο Μιχάλης Λιάπης συνελήφθη διότι οδηγούσε αυτοκίνητο με πλαστές πινακίδες επειδή είχε καταθέσει τις γνήσιες και δεν δίνεις σημασία. Νομίζεις ότι παράκουσες, ή ότι κι αυτό είναι κομμάτι του πολιτικού αφηγήματος, parole parole, που λέει και το τραγούδι. Κι ύστερα το ξανακούς για να το εμπεδώσεις και σκέφτεσαι τη σκληρότητα της κρίσης που οδήγησε έναν τέτοιον άνθρωπο να συμπεριφέρεται σαν αθίγγανος που θέλει να πουλήσει καρπούζια για να ζήσει τα παιδιά του. Περιμένεις να ακούσεις αν στο πορτ μπαγκάζ βρήκαν και λαθραία τσιγάρα και ησυχάζεις γιατί δεν ακούς τίποτε τέτοιο. Αυτή λοιπόν η σύντομη ιστοριούλα είναι αφήγηση, συγκεκριμένη, τόσο ανελέητα πραγματική, που σε κάνει να ντρέπεσαι.

Είναι η διαφορά διακυβεύματος. Το μεν αφήγημα, επειδή υποκαθιστά την πραγματικότητα, δεν σε κάνει ποτέ να κοκκινίζεις. Η δε αφήγηση, επειδή δυστυχώς αποδίδει την πραγματικότητα σε κάνει να θέλεις να κρυφτείς απ’ την ντροπή σου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ