Αντωνης Καρκαγιαννης

Ασφάλεια εναντίον της Ελευθερίας ή Ασφάλεια με Ελευθερία;

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Δύσκολη και κρίσιμη είναι η δίκη των φερομένων ως μελών της 17N, που αρχίζει αύριο.

Αντιτρομοκρατικός νόμος

Για πρώτη φορά εφαρμόζεται και ταυτόχρονα τίθεται στη δοκιμασία της δικαστηριακής πράξης ο περίφημος και περιβόητος ν. 2928/2001, ο λεγόμενος αντιτρομοκρατικός, ο οποίος συγκέντρωσε ήδη, από την προπαρασκευή και την ψήφισή του, την αυστηρή κριτική πολιτικών και επιστημόνων. Κατά την επιεικέστερη διατύπωση των εναντίον του επικρίσεων, ο νόμος αυτός είναι περιττός και άχρηστος, διότι τα αδικήματα αυτά προβλέπονται, επαρκώς περιγράφονται και τιμωρούνται, ως φόνοι, ληστείες, κλοπές κ.λπ. από τη συνήθη ποινική νομοθεσία, η οποία και στην περίπτωση αυτή θα ήταν επαρκής, με ελαφρές και ούτως ή άλλως αναγκαίες τροποποιήσεις άρθρων του ποινικού κώδικα. Κατά την ίδια άποψη η ψήφισή του αποβλέπει μόνο στο να προκαλέσει εντυπώσεις σκλήρυνσης του διωκτικού καθεστώτος και στην επίσημη ανακήρυξη ενός εσωτερικού εχθρού, της τρομοκρατίας, ο οποίος όμως ούτε ορίζεται, ούτε περιγράφεται, ούτε καν αναφέρεται με τον όρο αυτό.

Πολιτικά αδικήματα;

Παρακολουθώντας όσο μπόρεσα τη δύσκολη νομική συζήτηση γύρω από τον αντιτρομοκρατικό νόμο, μένω με την εντύπωση ότι αν σήμερα υπάρχει κάποια αμφιβολία για τον χαρακτήρα των πράξεων που αποδίδονται στα φερόμενα ως μέλη της 17N, αν δηλαδή είναι αδικήματα πολιτικά ή ποινικά, αυτό οφείλεται λιγότερο στα κίνητρα και στο περιεχόμενο των πράξεων αυτών και περισσότερο στα πολιτικά κριτήρια που εισάγει ο αντιτρομοκρατικός νόμος για τον χαρακτηρισμό τους.

Υποθέτω ότι η πρώτη ένσταση από την πλευρά της υπεράσπισης και ο πρώτος σκόπελος για το δικαστήριο θα είναι η ένσταση αναρμοδιότητος με το αιτιολογικό ότι τα αδικήματα είναι πολιτικά. Επιφανείς νομοδιδάσκαλοι, με ενδιαφέρουσα και αυστηρώς νομική επιχειρηματολογία, κλίνουν υπέρ της άποψης ότι τα αδικήματα αυτά είναι πολιτικά. Μακρόχρονη όμως και οδυνηρή πολιτική εμπειρία δίνει στο πολιτικό αδίκημα εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Σύμφωνα με αυτήν, πολιτικό αδίκημα είναι εκείνο που συνδέεται άμεσα με τη δίωξη του πολιτικού φρονήματος και τον περιορισμό της ελεύθερης έκφρασής του με όλα τα νόμιμα σε δημοκρατικό καθεστώς μέσα και ωθούν τον πολίτη στο δικαίωμα και την υποχρέωση να παραβεί τον νόμο που διώκει το πολιτικό φρόνημα ή περιορίζει την ελεύθερη έκφρασή του.

Αυτές οι πολιτικές προϋποθέσεις δεν νομίζω ότι συντρέχουν με τις πράξεις τις αποδιδόμενες στα φερόμενα ως μέλη της 17N. Μπορεί κανείς να κρίνει και να επικρίνει για πολλούς άλλους λόγους τις πολιτικές συνθήκες που επικράτησαν μετά το 1974. Αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχει ούτε ένας που θα υποστήριζε ότι θα εδιώκετο το «πολιτικό φρόνημα» που διατυπώνεται στις προκηρύξεις της 17N, ή ότι θα σκεφτόταν κανείς να περιορίσει την ελεύθερη έκφρασή του με νόμιμα μέσα. Διώκονται συνεπώς μόνο οι φόνοι, οι ληστείες, οι κλοπές κ.λπ. που διαπράχθηκαν για να καταστήσουν το «φρόνημα» αξιοπρόσεκτο.

Η δεύτερη ενδεχομένως ένσταση της υπεράσπισης θα αναφέρεται και θα αμφισβητεί τη συνταγματικότητα του δικαστηρίου και της δίκης, με το αιτιολογικό ότι το δικαστήριο δεν αποτελείται από τους «φυσικούς δικαστές» αλλά από δικαστές που ορίσθηκαν ειδικά γι' αυτήν τη δίκη (ad hoc) και ότι η ακροαματική διαδικασία δεν διέπεται από τους κανόνες που ίσχυαν μέχρι τώρα, αλλά από κανόνες που ορίσθηκαν ειδικά γι' αυτήν την περίπτωση.

Οι αιτιάσεις αναφέρονται στην αλλαγή του τρόπου κλήρωσης των δικαστών και στην αποπομπή της τηλεόρασης από την αίθουσα του δικαστηρίου. Και τα δύο μέτρα έχουν επαρκέστατη δικαιολογία: ο παλαιός τρόπος κλήρωσης των δικαστών παρουσίασε, στην πράξη, πολλά και οδυνηρά προβλήματα. Χαρακτηρίζεται, όμως, ως εξαιρετικά άστοχο και βλαβερό να αλλάξει ο τρόπος κλήρωσης ειδικά γι' αυτήν τη δίκη.

Το ίδιο ισχύει και με την αποπομπή της τηλεόρασης, ιδιαίτερα της ιδιωτικής, η οποία μέχρι σήμερα και με ελάχιστες συμπτωματικές εξαιρέσεις έδωσε δείγματα μόνο παραμορφωτικής παραπληροφόρησης ή ευτελισμού της πληροφορίας. Είναι αστείο αυτό που λέγεται ότι η απουσία της ιδιωτικής τηλεόρασης από τη δίκη περιορίζει τη σύγχρονη έννοια της δημοσιότητας. Αντιθέτως, κάνει πιο ουσιαστική και πιο αντικειμενική την πληροφόρηση της κοινής γνώμης, υπό τον όρο ότι το δικαστήριο θα διευκολύνει πλήρως τους δημοσιογράφους να παρακολουθήσουν και να αποτυπώσουν με τη χρήση μηχανικών μέσων (π.χ. μαγνητοφώνου) τη διαδικασία ή ακόμη θα επιτρέψει και θα διευκολύνει την επαφή των δημοσιογράφων με τους κατηγορουμένους κατά τα διαλείμματα της δίκης.

Ωστόσο, ήταν άστοχη η αποπομπή της τηλεόρασης ειδικά γι' αυτήν τη δίκη. Το δικαστήριο, με τη σύμφωνη γνώμη όλων των διαδίκων, έχει την ευχέρεια να θεραπεύσει αυτήν την αστοχία: Να δεχθεί την οπτικοακουστική αποτύπωση (ακόμη και για λόγους αρχείου) του συνόλου της διαδικασίας από τις απαιτούμενες και σε απόσταση τοποθετημένες σταθερές κάμερες, με την ευθύνη της κρατικής τηλεόρασης, επειδή είναι η πλέον αξιόπιστη. Τα ιδιωτικά κανάλια δεν διαθέτουν ούτε ίχνος από την έξωθεν καλή μαρτυρία για να αναλάβουν οποιαδήποτε ευθύνη μέσα στην αίθουσα.

«Ανακριτική διείσδυση»

Ενα άλλο κρίσιμο σημείο που κατ' ανάγκην θα ανακύψει και θα διερευνηθεί στη δίκη αυτή είναι οι μέθοδοι των διωκτικών αρχών για τη σύλληψη και προανάκριση των κατηγορουμένων. Δεν αναφέρομαι στους ισχυρισμούς ορισμένων κατηγορουμένων ότι με βασανισμούς απέσπασαν τις ομολογίες τους κατά την προανάκριση. Δυστυχώς, στη χώρα αυτή πολλοί άνθρωποι υπέστησαν τη βία του κράτους και μπορούν να διακρίνουν ποιοι υπέστησαν βασανισμούς και ποιοι όχι και δεν φαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση οι διωκτικές αρχές χρησιμοποίησαν τη μέθοδο του βασανισμού για να αποσπάσουν ομολογίες, πέραν φυσικά της σύλληψης, της απομόνωσης και τις εξουθενωτικής ανάκρισης που από μόνες τους είναι πράξεις σκληρές και καταπιεστικές. Αλλωστε, οι περισσότερες ομολογίες διασταυρώνονται ή τεκμηριώνονται από ευρήματα στα οποία οι ίδιες οδήγησαν. Είναι σημαντικό ότι την προανάκριση παρακολουθούσε πεπειραμένος εισαγγελικός λειτουργός και μακάρι η πρακτική αυτή να αποτελέσει και εδώ, όπως αλλού, το προοίμιο ειδικού σώματος δικαστικών λειτουργών (Δικαστική Αστυνομία), το οποίο θα διεξάγει το προανακριτικό έργο. Ανεξαρτήτως όλων αυτών το Δικαστήριο θα αναγκασθεί να διερευνήσει τις συνθήκες τις προανάκρισης.

Η πιο επικίνδυνη μέθοδος των διωκτικών αρχών είναι η λεγόμενη «ανακριτική διείσδυση» (πρόσφατα έμαθα τον όρο), την οποία προβλέπει και προωθεί ο αντιτρομοκρατικός νόμος. H «ανακριτική διείσδυση» απ' ό,τι μπόρεσα να καταλάβω, είναι η μέθοδος που συνενώνει σ' ενιαίο σύστημα την «προβοκάτσια», την «παγίδευση» του υπόπτου και τον χαφιεδισμό, ακριβέστερα την υποκίνηση του χαφιεδισμού. Επειδή από τη φύση της η «ανακριτική διείσδυση» είναι δύσκολο να οροθετηθεί, έχει την τάση να φτάνει στα όρια της νομιμότητας και να τα υπερβαίνει.

«Ασφάλεια και Ελευθερία»

Με αυτόν τον τίτλο και υπότιτλο «Ερμηνεία του ν. 2928/2001», δηλαδή του αντιτρομοκρατικού, εξεδόθη πρόφατα βιβλίο του καθηγητή του Ποινικού Δικαίου κ. Ιωάννη Μανωλεδάκη (εκδ. Σάκκουλα), στο οποίο οφείλω πολλές από τις παραπάνω σκέψεις και παρατηρήσεις. Πιστεύω ότι ο τίτλος του βιβλίου για να αποδίδει πληρέστερα το περιεχόμενο, θα έπρεπε να είναι «Ασφάλεια ή Ελευθερία». H διάζευξη είναι μάλλον απαραίτητη, γιατί ο κ. Μανωλεδάκης αντιπαραθέτει τα δύο αυτά πολύτιμα αγαθά, όπου η ικανοποίηση του πρώτου προϋποθέτει την προσβολή του άλλου και αντιστρόφως.

Το Δικαστήριο του Κορυδαλλού και όλοι οι παράγοντες της δίκης, υποθέτω ότι θα βρεθούν μπροστά στο δίλημμα: Ή να εμπλακούν στη διάζευξη «Ασφάλεια ή Ελευθερία», ικανοποιώντας τη μια σε βάρος της άλλης ή να ακολουθήσουν τον παρατακτικό τίτλο «Ασφάλεια και Ελευθερία», όπου το ένα αγαθό προστίθεται στο άλλο, με την έννοια ότι η συλλογική ασφάλεια των πολιτών κατοχυρώνεται πραγματικά και ουσιαστικά μόνο σε συνθήκες πλήρους και κοινωνικά αναπτυγμένης Δημοκρατίας. Είναι ένα στοίχημα...

Έντυπη