Του Αντωνη Καρκαγιαννη

Τα τελευταία βήματα του Ιησού

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Διαβάζοντας τα Ευαγγέλια, αν και η ροή του ιστορικού χρόνου είναι ασαφής, είναι μάλλον εύκολο να παρακολουθήσουμε, μέρα με τη μέρα και συχνά ώρα με την ώρα, τα τελευταία βήματα του Ιησού. Σχετικά εύκολη επίσης είναι η συμβολική αντιστοιχία τους με το εορτολόγιο της Μεγάλης Εβδομάδας. Ενώ είναι δύσκολη και απασχόλησε πολλούς η αντιστοίχησή τους με τις μέρες και τις ώρες του κινητού εβραϊκού Πάσχα, εκείνον τον χρόνο της θανατώσεώς Του. Ετσι, από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο διαπιστώνουμε τις ακόλουθες βέβαιες κινήσεις.

Την είσοδο στην Ιερουσαλήμ «επί πώλου όνου», όπου ο λαός τον υποδέχθηκε «μετά βαΐων και κλάδων», κράζοντας «ευλογημένος ο ερχόμενος». Αμέσως μετά την είσοδο, πήγε στον Ναό, όπου οργισμένος έδιωξε κακήν κακώς τους εμπόρους και τους αργυραμοιβούς, οι οποίοι είχαν μεταβάλει τον Οίκο του Θεού, από οίκο προσευχής, σε άνδρο ληστών. (Μάλλον ματαίως γιατί οι έμποροι και οι αργυραμοιβοί επανήλθαν στον Οίκο του Θεού και δεν έφυγαν ποτέ, τους επόμενους αιώνες). O Ματθαίος σημειώνει, αυτήν την πρώτη μέρα στην Ιερουσαλήμ και μια σύντομη αψιμαχία με τους αρχιερείς και γραμματείς στον Ναό.

Μετά έφυγε από την πόλη και πήγε στη Βηθανία όπου διανυκτέρευσε. Το πρωί επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ και στον δρόμο πείνασε, πλησίασε σε μια συκιά, αλλά δεν βρήκε παρά μόνο φύλλα. Τότε, την καταράσθηκε και η συκιά ξεράθηκε αμέσως (προκύπτει ένα ερώτημα: γιατί αναζήτησε καρπούς συκιάς την εποχή του εβραϊκού Πάσχα, την πρώτη εβδομάδα μετά την πρώτη πανσέληνο, μετά την εαρινή ισημερία; Νομίζω ότι αυτήν την εποχή πουθενά δεν υπάρχουν σύκα και αδίκως καταδικάσθηκε η δύστυχη συκιά). Δόθηκε όμως στον Ιησού η ευκαιρία να πει στους μαθητές του ότι με την πίστη τους μπορούν να πετύχουν τα πάντα, ακόμα και τα πιο παράλογα.

Επιστρέφοντας στην πόλη ο Ιησούς πήγε πάλι στον Ναό, όπου είχε τη μεγάλη σύγκρουση με τους αρχιερείς, τους πρεσβύτερους, τους γραμματείς και Φαρισαίους και τους κατατρόπωσε με παραβολές. Οι Φαρισαίοι σκέφτηκαν πώς να τον παγιδεύσουν και να τον κατηγορήσουν στους Ρωμαίους. Τον ρώτησαν αν πρέπει να πληρώνουν φόρους στον Καίσαρα. Και τότε είναι που τους είπε «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ», θεμελιώνοντας από τότε τους διακριτούς ρόλους της Εκκλησίας και του Κράτους.

Ηταν η μέρα εκείνη αντίστοιχη με τη Μεγάλη Δευτέρα της Μεγάλης Εβδομάδας. Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι έφυγαν από τον Ναό και ο Ιησούς συνέχισε να διδάσκει τους μαθητές του και τον λαό, εξαπολύοντας τα αλλεπάλληλα «ουαί» κατά των γραμματέων και Φαρισαίων, δηλαδή κατά της άρχουσας τάξης των Εβραίων. Μετά έφυγε από τον Ναό και πήγε στο «Ορος των Ελαιών», όπου αποκάλυψε στους μαθητές του τα σημεία και τέρατα που προμηνύουν το τέλος την Ημέρα της Κρίσεως, που κανείς πλην του Θεού δεν γνωρίζει πότε θα έλθει. Εκεί είναι που τους μίλησε για τους πεινασμένους, τους διψασμένους, για τους ξένους, τους ασθενείς, τους γυμνούς και τους φυλακισμένους και τους είπε, αν δεν κάνετε κάτι γι' αυτούς τους ελαχίστους, ούτε για μένα έκανατε.

Ο Ματθαίος δεν διευκρινίζει αν μετά το Ορος των Ελαιών ο Ιησούς πήγε πάλι στη Βηθανία. Το επεισόδιο, όμως, της γυναίκας που, ενώ ο Ιησούς καθόταν στο τραπέζι, τον πλησίασε και έχυσε μύρο «επί την κεφαλήν αυτού», ο Ματθαίος αφηγείται ότι συνέβη στη Βηθανία, στο σπίτι του Σίμωνος του λεπρού. Σ' αυτό το επεισόδιο αναφέρεται το θαυμάσιο τροπάριο της Κασσιανής, που ψάλλεται στην εκκλησία τη Μεγάλη Τρίτη. Σ' αυτό, επίσης, το σημείο, πρωτοεμφανίζεται ο Ιούδας ο Ισκαριώτης «εις εκ των δώδεκα» και το πλέον αμφιλεγόμενο πρόσωπο.

Ο Ιωάννης τοποθετεί το επεισόδιο επίσης στη Βηθανία, έξι ημέρες πριν από το Πάσχα και ονομάζει τη γυναίκα, ήταν η Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου. Θα συνεχίσουμε, όμως, και αύριο όπως επιβάλλουν αυτές οι μέρες.

Έντυπη