Του Παντελη Μπουκαλα

«Κατς-σικέ- απάτη όλα»...

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Στα χρόνια του '70, ένα ανώνυμο και αδέσποτο σύνθημα αναγραφόταν σε τηλεφωνικούς θαλάμους, σε τοίχους πανεπιστημιακών σχολών, έξω από τα γήπεδα: «Κατς - σικέ - απάτη όλα». Για να αποκωδικοποιήσει κανείς το καταγγελτικό του περιεχόμενο και να προχωρήσει από το ειδικό (το κατς) στο γενικό («όλα»), έπρεπε να ξέρει ότι στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας γίνονταν αγώνες κατς, μέσα σε σιδερένια κλουβιά, «μέχρι θανάτου», κ.τ.λ. Φοβεροί και τρομεροί παλαιστές, φερμένοι από τα πέρατα του κόσμου (από τις τέσσερις γωνιές της Αττικής δηλαδή, γι' αυτό και οι μισοί εμφανίζονταν μασκοφορεμένοι ώστε να μην τους προδίδει η κατάφωρη ελληνικότητά τους), αλληλοξυλοκοπούνταν αγρίως μεν, χωρίς ν' ανοίξει ρουθούνι δε. Σικέ ήταν οι αγώνες και σκηνοθετημένη η βαναυσότητά τους. Επρόκειτο για την ελληνική εκδοχή τού ρέστλινγκ αρκετά χρόνια πριν γίνει γνωστό εδώ, από την τηλεόραση, το αμερικανικό ρέστλινγκ, πολύ πιο επαγγελματικό βέβαια ως προς το στήσιμό του.

Το κατς έσβησε, οι ήρωές του (ο Ντιμπέστια και άλλα «θηρία») ξεχάστηκαν, το μισό σύνθημα όμως, «σικέ - απάτη όλα», δεν έπαψε ποτέ να ξεφυτρώνει. Κατεδαφιστικό ακούγεται φυσικά, ωστόσο φαίνεται να δικαιώνεται όποτε μας πνίγουν οι αναθυμιάσεις πολιτικοεπικοινωνιακών σκανδάλων, όπως τώρα, που -χωρίς καμία έκπληξη είναι η αλήθεια- πληροφορούμαστε πόσο στενές υπήρξαν οι σχέσεις πολιτικών και πολιτικάντηδων με «επιχειρηματίες» που θησαύρισαν διά του διαβόητου 090. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το «κράτα με να σε κρατώ ν' ανεβούμε στο βουνό» κυριολεκτεί απολύτως, αφού ο στόχος των (ημιπαράνομων, αλλά ούτε αυτό προκαλεί έκπληξη) καναλαρχών ήταν να ανεβούν και να θρονιαστούν στο βουνό των κεραιών, στον Υμηττό λ.χ. ή στον Χορτιάτη.

Οταν άρχισαν να προβάλλονται τα τηλεπαιχνίδια (που μας καλούσαν να συμμετάσχουμε σε έναν διαγωνισμό βλακείας, αφού μας ζητούσαν να πούμε τι χρώμα είχε το άσπρο άλογο του Κολοκοτρώνη κ.ο.κ.), πολλοί κατήγγειλαν την οφθαλμοφανή πλεκτάνη, το στημένο παιχνίδι. Για μια κομπίνα ανάλογη μ' εκείνη του Χρηματιστηρίου επρόκειτο, δεν χρειαζόταν οξύνοια για να το καταλάβει κανείς. Τα αντανακλαστικά του κράτους, όμως, των μηχανισμών και των θεσμών του, αποδείχθηκαν ελάχιστα πιο γρήγορα από τα αντανακλαστικά της Κοιμωμένης του Χαλεπά. Εκατομμύρια ευρώ άλλαξαν τσέπη σε πολύ λίγο χρόνο, άφθονο μαύρο χρήμα νομιμοποιήθηκε και οι άρχοντες της απάτης απλώς περιμένουν να περάσει η μπόρα για να απολαύσουν τα κέρδη τους. Αφού το ξέρουμε: Οσοι πλήρωσαν για το Χρηματιστήριο, τόσοι θα πληρώσουν και τώρα: τρεις, οι εξής δύο, κανένας...

Έντυπη