Του Βλαση Αγτζιδη*

Μετά την ανεξαρτησία

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

«Independence in better than sex» αναγράφεται σε ένα από τα πλέον δημοφιλή t-shirt, που κυκλοφορούν τον τελευταίο καιρό στην Πρίστινα. Βέβαια, το ζήτημα των συνεπειών που έχει η κακή διοχέτευση της λίμπιντο ενός λαού, έχει απαντηθεί παλιότερα, με έναν πολύ ικανοποιητικό τρόπο, από τον Βίλχελμ Ράιχ. Ομως, στις μέρες μας, τα μετασοβιετικά Βαλκάνια φαίνεται να μετατρέπονται σε μια τεράστια ερευνητική περιοχή. Οχι μόνο για να διαπιστωθεί το τι σημαίνει να διοχετεύεται λάθος η λίμπιντο, αλλά και για να επιβεβαιωθεί για άλλη μια φορά ότι η υπέρβαση των φυσικών νόμων είναι αδύνατη.

Είναι ειρωνεία της Ιστορίας το ότι ενώ βρισκόμαστε στον ίδιο συμβατικό χρόνο με την παλιά Ανατολική Ευρώπη, εν τούτοις οι κοινωνίες μας βιώνουν άλλη ιστορική φάση και άλλες διαδικασίες. Η ιστορική περίοδος που τώρα βιώνουν οι παλιοί Σοβιετικοί ή Γιουγκοσλάβοι, για μας ολοκληρώθηκε -με τον τρόπο που περατώθηκε- το τραγικό '22. (Με μόνη εξαίρεση την περίπτωση της Κύπρου).

Ο παλιός κομμουνιστικός κόσμος αυτή τη στιγμή περνά τη φάση διαμόρφωσης εθνών-κρατών, σε αντίθεση με τον λεγόμενο δυτικό κόσμο, που βρίσκεται στο τέλος της συγκεκριμένης ιστορικής φάσης και επιζητεί τη δημιουργία νέων μεταεθνικών κρατικών μορφωμάτων, τύπου Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Η ιστορική αυτή διαδικασία, που σαφώς ερμηνεύεται, βρίσκεται σε εξέλιξη σε όλη την έκταση του παλιού κομμουνιστικού κόσμου και ειδικότερα στις δύο πολυεθνικές αυτοκρατορίες: την πρώην ΕΣΣΔ και την πρώην Γιουγκοσλαβία. Η κατάρρευση αυτών των «αυτοκρατοριών» έγινε μόλις στις αρχές της δεκαετίας του '90.

Φυσικά για τους αμύητους αυτό φαντάζει ιδιαιτέρως περίεργο. Αλλά αυτό που συνέβη εκεί είναι ότι διαιωνίστηκε, με νέα μορφή, η παλιά φεουδαρχική δομή. Μόνο που στη θέση των παλιών φεουδαρχών εγκαταστάθηκε πλέον το κόμμα, ως συλλογικός ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής. Δηλαδή, δομικά οι «κομμουνιστικές» αυτοκρατορίες μετέφεραν μέχρι τις μέρες μας τις φεουδαρχικές κοινωνικές δομές με ό,τι αυτό σημαίνει στο επίπεδο των κοινωνικών αντιθέσεων και των πολιτικών προτεραιοτήτων.

Η αναμενόμενη ανεξαρτητοποίηση των Αλβανών του Κοσόβου προκάλεσε πικρία και στην ίδια την Ελλάδα. Πικρία συνδυασμένη με εκδήλωση συναισθημάτων φόβου και ανασφάλειας. Παρατηρούμε, όμως, ότι η κατά πολύ πιο παράλογη ανεξαρτητοποίηση του Μαυροβουνίου -που απέκοβε τη Σερβία από τη θάλασσα- ουδόλως ενόχλησε. Ενώ η φυσική τάση μιας μη σλαβικής εθνότητας για πολιτικό αυτοκαθορισμό, μέσα στη γενική διαδικασία εθνογένεσης και χειραφέτησης, φαίνεται ότι ενοχλεί υπερβολικά.

Οι εξηγήσεις είναι μάλλον απλές και σχετίζονται με τις ιδεοληψίες, τα στερεότυπά μας και την κυριαρχία της μεταφυσικής στις επιλογές μας. Αδυνατώντας να εντοπίσουμε τη διαφορά ιστορικής φάσης, ταυτιζόμαστε με τα υποτιθέμενα θύματα και δηλώνουμε και μεις υποψηφιότητα για τη θυσία! Ξαφνικά η ελληνική Θράκη αντιμετωπίζεται σαν το υποψήφιο, δικό μας, Κόσοβο. Οι τεράστιες διαφορές που χωρίζουν τις δύο πραγματικότητες εκμηδενίζονται, όχι μόνο στην επιχειρηματολογία των απλών πολιτών, αλλά ακόμα και σοβαρών αναλυτών.

Παράλληλα, ενεργοποιούνται τα πρωτόγονα αντιαλβανικά αντανακλαστικά, που καλλιεργούνται στο ίδιο μεταφυσικό πλαίσιο. Ο αλβανικός αλυτρωτισμός μετατρέπεται ξαφνικά στον κύριο εχθρό μας και προτάσσεται το ζήτημα της Τσαμουριάς που προωθούν κάποιοι Αλβανοί εθνικιστές. Εχουμε έτσι μια εξίσωση, αν όχι και αντιστροφή των πραγματικών κινδύνων που αντιμετωπίζει η Ελλάδα στο διάστημα αυτό της αναπόφευκτης επαναδιαμόρφωσης του χάρτη της περιοχής μας. Και όλα αυτά τη στιγμή που αγνοούμε το πώς διαμορφώθηκε το ζήτημα της Τσαμουριάς -πώς και γιατί η Ελλάδα εξαίρεσε αναιτίως το '23 του Τσάμηδες της Ηπείρου από την Ανταλλαγή Πληθυσμών που αποφασίστηκε με τη Συνθήκη της Λωζάννης και προέβλεπε την απέλαση στην Τουρκία όλων των μουσουλμάνων της ελληνικής επικράτειας- και ποια είναι η δυναμική του σήμερα.

Το υπαρκτό αλβανικό ζήτημα στην περιοχή μας, που υποδειγματικά ανέλυσε ο καθηγητής Ευ. Κωφός, τείνει να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι για να παραγνωριστούν οι υπαρκτές απειλές. Στην Ελλάδα δεν έγινε ποτέ μια ψύχραιμη συζήτηση για την ιστορική συγκυρία και για τις νέες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που αναδύονται στα πάλαι ποτέ κομμουνιστικά Βαλκάνια. Πορευτήκαμε εξαρχής βασισμένοι σε τρεις αυθαίρετες επινοήσεις: την ελληνοσερβική φιλία, την ακεραιότητα των Σκοπίων και τον φόβο απέναντι στον αλβανικό παράγοντα.

Με τον τρόπο αυτό η Ελλάδα δεν μπόρεσε να ορίσει ψύχραιμα τους φίλους και τους εχθρούς στις νέες συνθήκες. Δεν μπόρεσε να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα: Ποιος είναι ο πρωτεύων κίνδυνος; Ο αλβανικός εθνικισμός ή ο σλαβομακεδονικός;

Προτίμησε να μετατραπεί σε μέρος του προβλήματος με μια αέναη σύγκρουση με τους Σλαβομακεδόνες για το όνομα, τη στιγμή που υπονόμευε τους εθνικούς στόχους των Αλβανών των Σκοπίων. Αντί να μετατραπεί σε δύναμη συμφιλίωσης των δύο αντιμαχόμενων μερών κρατώντας ίσες αποστάσεις, προτίμησε να «βουτηχτεί» αναιτίως στις αντιθέσεις τους και να λάβει την πλέον αντιπαραγωγική θέση.

* Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας.

Έντυπη