Της Τιτικας Δημητρουλια

ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΠΟΛΕΝΑΚΗΣ
Τα σκαλοπάτια της Οδησσού
εκδ. Μικρή Αρκτος

«Η αληθινή ποίηση περικλείει τα πάντα και είναι αληθινά πολιτική όταν φτιάχνεται με σάρκα και αίμα και αγωνία θανάτου και όχι με τις ντιρεκτίβες του πρώτου τυχόντα κομισάριου ή γενικού γραμματέα...», έλεγε ο Σταμάτης Πολενάκης σε μια συζήτηση για την ποίηση με τον Δημήτρη Αγγελή και τον Δημήτρη Ελευθεράκη («Με το περίστροφο του Μαγιακόφσκι», Ερατώ, 2010). Ετσι πολιτική είναι και η δική του ποίηση, ποτισμένη από την Ιστορία, αλλά και ριζωμένη στο σήμερα, με τρόπο που δεν αναιρεί την προβολή στην αιωνιότητα - ή στην ανυπαρξία της.

Ο λυρισμός του Πολενάκη συνδυάζει την ιστορικοπολιτική με την ποιητική διερώτηση και υπαρξιακή απορία, προστρέχοντας σε εικόνες της καθημερινότητας, αλλά και σε άλλες καταγεγραμμένες ήδη στα γράμματα και τις τέχνες. Οι κάθε λογής αναφορές, που χαρακτηρίζουν την ποίησή του δεν αποτελούν, ωστόσο, το κέντρο, αλλά ένα κέντρο των ποιημάτων του, αφού πίσω από κάθε γνωστό πρόσωπο, πίσω από κάθε γνωστό γεγονός προβάλλει το πλήθος των αφανών προσώπων και γεγονότων που συγκροτούν τον ρουν της Ιστορίας και σχεδιάζουν το πρόσωπο του ανθρώπου σε όλες τις εποχές.

Τα ποιήματα του Πολενάκη είναι ως επί το πλείστον σύντομες ιστορίες, οι οποίες ξετυλίγουν το κουβάρι των ερωτήσεων για τη θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, για το νόημα της ύπαρξης, για τον χρόνο που περνάει, για τον θάνατο, πάντα, για την αξία των μικρών στιγμών και την ατελείωτη βία της Ιστορίας, για την εμβέλεια της ποίησης καθαυτήν, σήμερα αφού «τίποτα δεν μας παρηγορεί πια ούτε καν / το μεταφυσικό κεράκι της ποιήσεως». Ή αλλιώς «ούτε αυτή είναι εποχή / για ποίηση: πληρώνουμε ακόμα / με νόμισμα Εμφυλίου», όπως διαβάζουμε στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής, συνομιλία με τον Νίκο Εγγονόπουλο και το ποίημά του «Ποίηση 1948». Υπάρχει ωστόσο κι η παρότρυνση: «ας γράψουμε τουλάχιστον / ποιήματα που θα διαπεράσουν/ το αδιαπέραστο διάστημα, / ποιήματα που θα ενοχλήσουν τον θάνατο.», έστω και στο παρά πέντε του ανίκητου θανάτου.

Ελευθερόστιχα, τα ποιήματά του, συναιρούν «το πραγματικό με τις αναπαραστάσεις του, την Ιστορία με τους δημιουργούς της, τους συγγραφείς με τους ήρωές τους, τους τόπους με τα πρόσωπα που τους ζουν ή απλώς τους διασχίζουν», όπως έγραφα για τη συλλογή του «Τα γαλάζια άλογα του Φραντς Μαρκ». Δεν θεωρώ, μάλιστα, καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι επιλέγει στον τίτλο της συλλογής του τα σκαλοπάτια της Οδησσού από το ομώνυμο ποίημά του, τη σκηνή από την εμβληματική ταινία του Σεργκέι Αϊζενστάιν για την αποτυχημένη επανάσταση του 1905, το «Θωρηκτό Ποτέμκιν»: η συγκεκριμένη σκηνή της ταινίας χαράχτηκε, όπως φαίνεται, ως Ιστορία στο συλλογικό ασυνείδητο μέσα από την τέχνη, την έκανε πραγματικότητα ο κινηματογράφος - ασχέτως αν σε άλλες περιστάσεις υπήρξαν συγκρούσεις στα ίδια σκαλοπάτια.

Καθώς ο χρόνος, κυκλοδίωκτος, αγκαλιάζει επώνυμους κι ανώνυμους, πρόσωπα της φαντασίας εξίσου πραγματικά με αυτά της Ιστορίας όπως λέει ο Πολενάκης, τη Χαδούλα, τη Λιαλιώ και τον μικρό βοσκό στα όρη, τον Μέγιερχολντ και τον Ιούλιο Βερν, τον Φερνάντο Πεσσόα και τους πολεμιστές στον Ισπανικό Εμφύλιο, τον Οιδίποδα και τον Χριστό, τον Μπασό και τον Αγιο Φραγκίσκο της Ασσίζης, μια πίκρα ανάμεικτη με τρυφεράδα τους καλύπτει όλους στοργικά, μαζί και το ποιητικό υποκείμενο και τον αναγνώστη, που μέσα στο ολοκαύτωμα της Ιστορίας και την τραγωδία της θνητότητας κρατά και εμπιστεύεται την ποίηση, ακόμα κι όταν αυτή ρητά δηλώνει ότι αμφιβάλλει για τον εαυτό της. Το ζητούμενο είναι στο εξής αυτός ο γνήσιος και δουλεμένος λυρισμός να μπορέσει να ξεπεράσει πια τον ίδιο τον εαυτό του και να εξερευνήσει νέες μορφές και νέους τρόπους.

Έντυπη