Του Χρηστου Γιανναρα

Γιατί ασυλία και γιατί μονοπώλιο

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Οποιος χάνει την επαφή με την πραγματικότητα (βαρύ ψυχικό νόσημα) βολεύεται με ετικέτες. Οι ετικέτες υποκαθιστούν το πραγματικό με το επιθυμητό χτίζοντας παντοδύναμη την ψευδαίσθηση.

Στο μεταπρατικό ελλαδικό μας κράτος, από την ίδρυσή του, όλα ήταν εισαγόμενα – θεσμοί, με τις ονομασίες τους άψογα ελληνοποιημένες. Και ήταν εισαγόμενα όλα, όχι για να εξυπηρετηθούν καλύτερα οι ανάγκες μας, αλλά για να τραφεί με ψευδαισθήσεις η ξιπασιά μας, να βαυκαλιζόμαστε ότι γινόμαστε, με τα εισαγόμενα δάνεια, «ευρωπαίγοι».

Συνέβη λοιπόν αυτό και με τις ονομασίες των θεσμών: Εισαγόμενα τα σημαίνοντα, αλλά τα εν Ελλάδι σημαινόμενα καμία σχέση με τα ευρωπαϊκά. Αρνηθήκαμε ως πυρήνα πολιτικού βίου την αυτοδιαχειριζόμενη «κοινότητα» (συνέχεια της «εκκλησίας του δήμου», του κοινού αθλήματος για την πραγμάτωση «πόλεως») και βαλθήκαμε να πιθηκίζουμε το «αντιπροσωπευτικό» σύστημα, να φτιάξουμε «κόμματα». Ομως η λέξη «κόμμα» σήμαινε για μας κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που εννοούσαν στην Εσπερία ως partie, party, Partei. Για μας σήμαινε (το προσδιόρισε ο Ροΐδης, το 1875) «ομάδα ανθρώπων μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες, ενούμενοι υπό οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι να αναβιβάσωσιν αυτόν, διά παντός μέσου, εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παράσχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι».

Αποκτήσαμε λοιπόν και εμείς «κόμματα», επομένως έπρεπε να διαθέτουμε και τις ανάλογες με την Ευρώπη ιδεολογικές διαφοροποιήσεις – να έχουμε κι εμείς «Δεξιά», «Αριστερά» και «Κέντρο». Ομως στην Ελλάδα δεν υπήρχε ούτε ίχνος δυνατότητας για «συσσώρευση κεφαλαίου», μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, απρόσωπη εργασία τυποποιημένης επανάληψης, άρα προλεταριάτο, «πάλη των τάξεων», αχαλίνωτη Δεξιά, θυματοποιημένη Αριστερά, εξισορροπητικό Κέντρο. Μέχρι που εμφανίστηκε το φαινόμενο της «διαπλοκής» των κομματανθρώπων με τους οικονομικά ισχυρούς, οι πετυχημένοι επιχειρηματίες στην Ελλάδα ήταν κατά κανόνα αυτοδημιούργητοι και η επιτυχία είχε διάρκεια μιας ή δύο γενεών, δυστυχώς. Οι ελάχιστες μεγαλοαστικές οικογένειες με διάρκεια είχαν αναδειχθεί εκτός ελλαδικού χώρου – γι’ αυτό και συντηρούσαν τη συνείδηση ότι ο πλούτος είναι ταυτόσημος με την κοινωνική υποχρέωση.

Στην πολύ πρώτη φάση του κρατικού μας βίου, τα κόμματα δεν φιλοδόξησαν να υποκαταστήσουν, με ψευδαισθητικές ετικέτες, την απουσία κοινωνικού αντικρίσματος της Δεξιάς, της Αριστεράς, του Κέντρου. Είχαν την ειλικρίνεια να δηλώνουν με το όνομά τους ποιο «πεφωτισμένο της Εσπερίας έθνος» προτιμούσαν για αφεντικό, ποιο εμπιστεύονταν ότι θα βοηθήσει την Ελλάδα – ονομάστηκαν λοιπόν: το «Αγγλικόν», το «Γαλλικόν», το «Ρωσικόν» κόμμα. Αλλά πολύ σύντομα το κυρίαρχο κλίμα μιμητισμού και μεταπρατισμού απαίτησε την πρόσληψη και των επωνυμιών που κυκλοφορούσαν στη Δύση.

Το γεγονός ότι οι ονομασίες των κομμάτων ήταν nomina nuda (δεν διαφοροποιούσαν κοινωνικές στοχεύσεις και επιτελικούς πολιτικούς σχεδιασμούς) πρέπει να συνετέλεσε στον προσωποπαγή χαρακτήρα που είχαν και έχουν τα κόμματα στην Ελλάδα. Μόνο στην περίπτωση του λεγόμενου «εθνικού διχασμού», της φανατισμένης αντιμαχίας «Λαϊκού Κόμματος» και «Κόμματος των Φιλελευθέρων», θα μπορούσε κανείς, ίσως, να διαγνώσει σύγκρουση των «ελληνοκεντρικών» (των απαξιωτικά λεγόμενων «συντηρητικών») και των «φιλοδυτικών» Ελλήνων – τη μοναδική σύγκρουση σε επίπεδο λαϊκού φρονήματος και όχι κομματικής συνθηματολογίας (μοναδική, μετά τις θρυλικές, στην κυριολεξία, δεκατρείς λαϊκές εξεγέρσεις ενάντια στον βίαιο εκδυτικισμό, στα είκοσι χρόνια της Βαυαροκρατίας).

Εδώ και αρκετά χρόνια (κυρίως μετά την απροκάλυπτη εμπορευματοποίηση της πολιτικής, την υποταγή της στους νόμους της αγοράς, στη λογική της διαφήμισης) οι ονομασίες των κομμάτων είναι απολύτως και μόνο διακοσμητικές, διαφημιστικές: «Πολιτική Ανοιξη», «Ανεξάρτητοι Ελληνες», «Νέα Δημοκρατία», «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου» κ.λπ. Αναπόφευκτα ενισχύθηκε (σχεδόν απολυτοποιήθηκε) ο προσωποπαγής χαρακτήρας των κομμάτων – τα περισσότερα αποδείχτηκαν κόμματα «μιας χρήσεως»: όταν εξέλιπε ο ιδρυτής τους εμφάνισαν και τα δημιουργήματά του όλα τα συμπτώματα ιστορικού τέλους. Δεν είχαν ποτέ ούτε κοινωνικές στοχεύσεις ούτε πολιτικό πρόγραμμα επιτελικά σχεδιασμένο – ήταν επικαιρικά μορφώματα φτιαγμένα αποκλειστικά και μόνο για να παίξει το ατομικό του παιχνίδι εξουσίας ο ταλαντούχος παίκτης - ιδρυτής τους, όχι για να «αντιπροσωπεύσουν» κοινωνικές τάξεις ή ανάγκες. Ούτε καν ιδεολογίες. Ολα τα κόμματα σήμερα έχουν αυτόν τον χαρακτήρα: υπάρχουν, ως μέσο-εργαλείο, για να παίξει το δικό του παιχνίδι εξουσίας όποιος καταφέρει να γίνει αρχηγός. Εξαίρεση μοναδική είναι το KKE. Εκεί δεν υπάρχει ούτε αρχηγός ούτε πρόεδρος. Ορίζεται επικεφαλής ένας «γραμματέας», γραφειοκράτης διεκπεραιωτής ή των εντολών της Σοβιετίας άλλοτε ή του «ιερατείου» που περιφρουρεί τη σταλινική ορθοδοξία σήμερα. Μπορεί να είναι και εντελώς ατάλαντος. Πρόκειται για υποδειγματική περίπτωση όπου οι ετικέτες υποκαθιστούν το πραγματικό με το φαντασιώδες χτίζοντας παντοδύναμη την ψευδαίσθηση.

Σε κάθε κοινωνία δικαιολογείται στατιστικά ένα κάποιο ποσοστό πολιτών προσκολλημένων σε οράματα, που έστω κι αν κατέρρευσαν παταγωδώς μέσα στην παγκόσμια κατακραυγή για τους φρικώδεις ολοκληρωτισμούς απανθρωπίας και ολοκαυτωμάτων που γέννησαν, εξακολουθούν κάποιους να τους εμπνέουν. Και η δημοκρατία, ακόμα και το ερζάτς της «αντιπροσωπευτικής», τους το επιτρέπει. Εξασφαλίζει στον κάθε πολίτη η δημοκρατία το δικαίωμα να πιστεύει ό,τι θέλει, να κηρύττει αυτό που πιστεύει, να οργανώνονται οι ομόπιστοι σε σωματεία και συλλόγους. Αλλά δεν επιτρέπει τη δημιουργία κόμματος, τη διεκδίκηση της εξουσίας από πολίτες που πίστη τους και όραμά τους είναι η κατάλυση της δημοκρατίας, η δικτατορία του προλεταριάτου.

Το επέτρεψε στην Ελλάδα ο καιροσκοπικός λαϊκισμός του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Και το πληρώσαμε με τριάντα εννέα χρόνια μεταπολίτευσης, όπου κυβερνούσαν μεν οι ετικέτες της «Δεξιάς» ή του «Σοσιαλισμού», αλλά κυρίαρχη, εξουσιαστική ιδεολογία, από άκρη σε άκρη της χώρας, ήταν ο παλαιοημερολογίτικος σταλινισμός σε συσκευασία μονοπώλιου «της Αριστεράς και της Προόδου».

Διέλυσαν τα σχολειά και τα πανεπιστήμια, κατάστρεψαν μεθοδικά τη γλώσσα, κατασυκοφάντησαν την ελληνική ιστορία, ταύτισαν την Τέχνη με την προπαγάνδα. Είχαν αυτονόητη ασυλία για κάθε είδους εκβιαστική κακοπραγία.

Και, φυσικά πρόσφεραν άλλοθι στην ψυχανωμαλία των τραμπούκων «εθνικιστών» να εμφανιστούν σαν υπερασπιστές της ελληνικότητας. Πώς να απαγορεύσεις την είσοδο των Νεοναζιστών στο κοινοβούλιο, όταν την έχεις επιτρέψει πανηγυρικά στους Σταλινικούς; Επειδή αυτοί καταλύουν τη δημοκρατία αλλά δεν μαχαιρώνουν;

Η τετράγωνη αυτή λογική εξοντώνεται πάραυτα με την ετικέτα «θεωρία των δύο άκρων». Για να συνεχίζεται ανενόχλητο το μασκάρεμα του ολοκληρωτισμού με κοινοβουλευτικά μπιχλιμπίδια.

Έντυπη