ΒΙΒΛΙΟ

Πώς διαλύονται οι πόλεις

ΤΙΤΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κωνσταντινος Τζαμιωτης
Η πόλη και η σιωπή
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 494

To νέο μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη –μιας ιδιαίτερης πεζογραφικής φωνής της τελευταίας δεκαετίας– εντάσσεται στη «λογοτεχνία της κρίσης» –της πολύπλευρης κρίσης– που τείνει να γίνει κατηγορία της σύγχρονης λογοτεχνίας μας. Με τριτοπρόσωπη αφήγηση, περιγράφει τα βάσανα ενός πρώην βιοτέχνη και νυν ταξιτζή που βλέπει τη ζωή να γλιστράει μέσα από τα χέρια του, όσες προσπάθειες κι αν καταβάλλει, και χάνει από τη γυναίκα του ως το ίδιο το ελάχιστο μεροκάματό του. Μετά τη χούντα, την οποία είχε προσεγγίσει στην «Εφεύρεση της σκιάς» (2008), ο Τζαμιώτης επανέρχεται στο παρόν, το οποίο αναλύει μέσα από τον Αργύρη Τρίκορφο – που σαφώς αποτελεί συνέχεια άλλων ηρώων του, του Μάρα του «Πηγαδιού» ή του Γεωργίου της «Σκιάς» λόγου χάρη. Και τα τρία αυτά πρόσωπα διαθέτουν έναν αναλλοίωτο προσωπικό πυρήνα, που υπογραμμίζει ενώ δείχνει ότι αναιρεί την ελεύθερη επιλογή τους – με όποιες συνέπειες αυτό μπορεί να έχει για τη ζωή τους.

Ο Τρίκορφος λοιπόν κληρονόμησε από τον έντιμο και δουλευταρά πατέρα του μια βιοτεχνία κουμπιών και για κάμποσο καιρό έζησε αξιοπρεπώς και κάτι παραπάνω από αυτήν. Μετά ήρθε η παγκοσμιοποίηση: τα κινεζικά φτηνά κουμπιά, οι δικές του λανθασμένες επιλογές απέναντι στην καινοφανή απειλή, η χρεοκοπία, οι τοκογλύφοι, η δυσαρέσκεια της οικογένειάς του, ένας γενικός ξεπεσμός που περιγράφεται εξαιρετικά μέσα από την εναλλαγή αφήγησης και διαλόγων. Η ανατροπή του κειμένου τοποθετείται σε επίπεδο φιλοσοφικό: τα μεγαλύτερα βάσανα έρχονται για τον Αργύρη ως συνέπεια μιας ηθικής (με τη διπλή έννοια της κανονιστικής και της πρακτικής ηθικής) πράξης. Βρίσκει στο ταξί του τριακόσια πενήντα χιλιάρικα ευρώ και τα παραδίδει, αφού αμφιταλαντεύεται για λίγο, στην αστυνομία. Νικάει ο βαθύτερος αυτός πυρήνας, που τον οδηγεί ακόμη και ενάντια στη θέλησή του και ο οποίος θέτει σε κίνηση ένα μηχανισμό καταστροφής, εφόσον ο περίγυρός του δεν μπορεί να αντιληφθεί/αποδεχτεί την επιλογή του: η γυναίκα του τον χωρίζει, οι τοκογλύφοι απαιτούν άμεση εξόφληση και του σπάζουν το αυτοκίνητο, καταλήγει να πουλάει σουβλάκια στους «Αγανακτισμένους», έως ότου μπλέκει σε μια συμπλοκή αντιεξουσιαστών-αστυνομίας και γίνεται σάκος του μποξ και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές.

Ο Τζαμιώτης δεν έχει έλεος για τον ήρωά του, δεν τον αφήνει να ανασάνει, με ανατροπές μάλιστα ως επί το πλείστον ειρωνικές, δεν του χαρίζει καμία ελπίδα. Ούτε βέβαια προτείνει στον αναγνώστη μια παρηγορητική αγιογραφία. Οπως οι περισσότεροι ήρωές του, ο Τρίκορφος δεν αποτελεί έναν θετικό ήρωα, αλλά έναν άνθρωπο γεμάτο ρωγμές, αμφιβολίες, ενοχές, δικές του και ξένες, έναν άνθρωπο που κάνει επαναλαμβανόμενα λάθη, τα αναγνωρίζει και συνεχίζει, υπό μία έννοια ερήμην του, αλλά και όχι. Δεν μπορεί να κάνει πίσω με τρόπο μπεκετικό: Πρέπει να συνεχίσεις, δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω. Για λόγους συνέπειας προς ένα εσώτερο εγώ, που εντέλει οδηγεί την ύπαρξη.

Στη γνωστή του φιλοσοφική, υπαρξιακή προβληματική περί αυτοβουλίας και ετεροκαθορισμού, που όμως για πρώτη φορά γίνεται βαθιά πολιτική, ο Τζαμιώτης χτίζει ένα ρεαλιστικό, πολύτροπο κείμενο για τον άνθρωπο στην κρίση και τον άνθρωπο σε κρίση – η κρίση, στις ποικίλες εκδοχές της, συγκροτεί, υπό μία έννοια, τον δικό του σκληρό πυρήνα ως πεζογράφου. Και καταγράφει σε αυτή τη συγκεκριμένη, σημερινή κρίση πώς σπάνε οι άνθρωποι, πώς διαλύονται οι πόλεις, πώς τσακίζεται ένα ολόκληρο πολιτικό και ηθικό σύστημα, που μάλλον δεν ήταν ιδιαίτερα ούτε πολιτικό ούτε ηθικό, πώς απλώνεται το κενό. Η πόλη, που επικαθορίζει τους ανθρώπους, άσχημη, εχθρική, σιωπηλή μέσα στη βουή της, έχει κι αυτή τον σκληρό πυρήνα της. Είναι οι ίδιοι αυτοί οι άνθρωποί της, όσοι δεν μπορούν παρά να συνεχίζουν ακόμη και όταν δεν μπορούν να συνεχίσουν, μέσα στο κακό που είναι αξεδιάλυτο με το καλό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ