Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Το υποχείριο του Λαφαζάνη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Τοις πάσι χρόνος και καιρός τω παντί πράγματι υπό τον ουρανόν (...) καιρός του κλαύσαι και καιρός του γελάσαι, καιρός του κόψασθαι και καιρός του ορχήσασθαι». Η σοφία του Εκκλησιαστή προφανώς δεν αφορά τον Αγγελο Φιλιππίδη, αν κρίνω από το χαμόγελό του. Εκτός, βέβαια, αν χαίρεται επειδή τον επέστρεψαν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Μέχρι πριν από λίγες ημέρες, το ερώτημα που με βασάνιζε, όποτε προσπαθούσα να φαντασθώ το μέλλον, ήταν προς ποια πλευρά θα έπεφτε μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, είτε αυτή ήταν αμιγής είτε με τη συμμετοχή χρήσιμων ηλιθίων. Διότι και να σχηματιζόταν μια τέτοια κυβέρνηση, το χάσμα υποσχέσεων και πραγματικότητας δεν θα της επέτρεπε να σταθεί μετά τις πρώτες προστριβές με την Ευρώπη. Θα έπεφτε, όμως, προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά; Υπό συνθήκες, δηλαδή, που θα ευνοούσαν την Αριστερά ή τη Δεξιά; Η πτώση της ή, έστω, ο σοβαρός κλονισμός της, θα γινόταν ευκαιρία για τους Μπολσεβίκους του Λαφαζάνη ή θα ήταν η εξέλιξη που θα βοηθούσε, επιτέλους, να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα;

Απάντηση είναι αδύνατο να δοθεί στο ερώτημα αυτό. Μπορεί κάποιος να προδικάσει με σιγουριά την ανεπάρκεια μιας κυβέρνησης της Αριστεράς να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις με ρεαλισμό. Μπορεί ακόμη και να είναι βέβαιος για τη σύγκρουση με την Ευρώπη. (Μολονότι όχι και για τις επιπτώσεις μια τέτοιας σύγκρουσης, υπό την έννοια ότι μια κυβέρνηση παλαβών στην Ελλάδα προσφέρει ευκαιρία πρώτης τάξεως σε όσους θα ήθελαν να απαλλαγούν από τον ελληνικό βραχνά ― είτε πρόκειται για το ΔΝΤ είτε για την ίδια την Ευρώπη...). Πάντως, για τις συνθήκες της κατάρρευσης και τις νέες δυνατότητες που θα μπορούσε να δημιουργήσει στο πολιτικό παιχνίδι οι προβλέψεις είναι παρακινδυνευμένες. («Είναι δύσκολο να προβλέψεις και ιδίως το μέλλον», όπως είπε ή όπως θα μπορούσε να είχε πει ο μεγάλος, ο τεράστιος, για την αφοπλιστική ηλιθιότητά του, Γιόγκι Μπέρα...).

Αυτά όμως με απασχολούσαν μέχρι πρότινος. Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών στον ΣΥΡΙΖΑ τα έθεσαν στο περιθώριο. Οι αντιδράσεις της ακραίας πτέρυγας τόσο για την επιχειρούμενη στροφή στην οικονομική πολιτική όσο και για τις υποτιθέμενες πολυσυλλεκτικές υποψηφιότητες (Βουδούρης, Καρυπίδης) θέτουν ένα νέο ερώτημα και, ταυτοχρόνως, δίνουν την απάντηση σε ένα άλλο άλλο, που ώς τώρα δεν είχε τεθεί. Ας ξεκινήσουμε από το δεύτερο. Παρακολουθώντας την απροσχημάτιστη εσωτερική διαμάχη-κριτική που κλυδωνίζει τις ισορροπίες του ΣΥΡΙΖΑ το τελευταίο διάστημα, συνειδητοποιεί κάποιος γιατί ο Τσίπρας, σχεδόν από την επομένη των εκλογών του Ιουνίου 2012, ζητεί ανά τρίμηνο εκλογές. Αγωνιά να κρατήσει ζωντανή τη δυναμική που παρουσίασε αρχικά ο ΣΥΡΙΖΑ και βιάζεται να έλθει στα πράγματα, επειδή γνωρίζει ότι όσο ο κόσμος καταλαβαίνει τι χάος επικρατεί στο κόμμα του, τόσο περισσότερο σκεπτικός θα γίνεται με την προοπτική να παραδοθεί η εξουσία σε αυτούς τους ανθρώπους. Τώρα, λοιπόν, ξέρουμε γιατί βιάζεται.

Το νέο ερώτημα που τίθεται είναι μήπως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ενδιαφέρεται ακόμη να πάρει την εξουσία. Το λέω καθ’ υπερβολήν, καθώς δεν μου διαφεύγει ότι η απάντηση που δίνω στο πρώτο ερώτημα αυτομάτως αποκλείει το δεύτερο. Ναι, είναι προφανές ότι τουλάχιστον ο Τσίπρας και ο κύκλος του ζουν για την ώρα εκείνη και θα θυσίαζαν πολλά για να τη δουν να πραγματοποιείται. Ωστόσο, δεν γίνεται να μην αμφισβητείς τη βάση του προβληματισμού σου. Να αναρωτιέσαι, δηλαδή, μήπως αυτό το παράδοξο μόρφωμα που λέγεται ΣΥΡΙΖΑ έχει προκύψει κατά τύχη και πηγαίνει μόνο του. Μήπως, τέλος πάντων, οι ιθύνοντες εκεί μέσα έχουν στο βάθος τρομοκρατηθεί από την τύχη που τους προσφέρει την προοπτική της εξουσίας και προσπαθούν να φρενάρουν το όχημα. Στο κάτω κάτω, εδώ είναι Ελλάδα και το παράλογο θάλλει σε άπειρη ποικιλία μορφών...

Η πρόταση του συλλογισμού που περιέχει το ερώτημα, ασφαλώς, δεν ισχύει. Και οι περί τον Τσίπρα και οι περί τον Λαφαζάνη επιθυμούν διακαώς να κυβερνήσουν. Οι πρώτοι, επειδή είναι παιδιά του συστήματος διψασμένα για εξουσία. Οι δεύτεροι, επειδή είναι νεοκομμουνιστές και, γι’ αυτούς, η εξουσία τους προσφέρει τη σπάνια δυνατότητα να προκαλέσουν την καταστροφή που ονειρεύονται. Οχι επειδή είναι σώνει και καλά τέρατα με κερατοειδείς αποφύσεις στο κρανίο και ρίγες στην πλάτη, αλλά επειδή η καταστροφή του καπιταλισμού είναι προϋπόθεση για τη νομοτέλεια που υπαγορεύει ο ντετερμινισμός τους.

Εφόσον όμως είναι έτσι, πώς γίνεται οι ακραίοι του ΣΥΡΙΖΑ να μην αντιλαμβάνονται ότι οι καβγάδες που στήνουν και μάλιστα με το σκαιό ύφος που τους στήνουν, αποδυναμώνουν την προοπτική της εξουσίας; Οι λόγοι είναι, κατά τη γνώμη μου, πολλοί. Κατ’ αρχάς, ας μην υποτιμούμε τον παράγοντα βλακεία: την πίστη των κομμουνιστών, παλαιού ή νέου τύπου, στη νομοτέλεια του σοσιαλισμού. Μιλούμε για ανθρώπους που ερμηνεύουν την πραγματικότητα με γνώμονα το ιδεολογικό συμφέρον τους. Σε τελευταία ανάλυση, επειδή ακριβώς η συζήτηση αφορά τη χώρα που κατοικείται από τον εξυπνότερο λαό του κόσμου, σκεφθείτε πόσο μυαλό μπορεί να έχει κάποιος που πιστεύει στον μαρξισμό εν έτει 2014;

Δεύτερον, στη δική τους ανάλυση έχουν ξεγράψει την κυβέρνηση. Θεωρούν ότι είναι πλήρως αποκαρδιωμένη, ένας στρατός στα όρια του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Κάνουν λάθος όμως· και οι απόλυτοι όροι υπό τους οποίους ετοιμάζονται να δώσουν τις ευρωεκλογές κρύβουν παγίδες για τους ίδιους, που δεν τις έχουν σταθμίσει σωστά. Τρίτο και, νομίζω, σημαντικότερο είναι ότι η σκαιότητα των παρεμβάσεων του Λαφαζάνη αποκαλύπτει τον σκληρό αγώνα του παρασκηνίου για την κηδεμονία του Τσίπρα. Σκοπίμως, παρεμβαίνουν με τον τρόπο που συνηθίζουν και ο οποίος σοκάρει για κόμμα που υποτίθεται ότι προετοιμάζεται να κυβερνήσει, διότι ο σκοπός τους είναι να τον κρατούν υποχρεωμένο να τους υπολογίζει κάθε στιγμή: τον θέλουν τρομοκρατημένο, ώστε την κατάλληλη στιγμή να τον έχουν του χεριού τους. Πρόκειται για ένα παιχνίδι που παίζεται στα όρια, με φόβητρο τον κίνδυνο της διάσπασης.

Ολα αυτά πρέπει να κάνουν την κυβέρνηση να αναθαρρήσει και να πιστέψει ότι οι Ευρωεκλογές δεν είναι εκ προοιμίου χαμένες. Ο Τσίπρας δεν είναι σοβαρή απειλή για την πολιτική σταθερότητα. Θα ήταν, αν είχε αυτό που χρειάζεται για να διαγράψει τον Λαφαζάνη. Είναι όμως το υποχείριό του και δεν είναι δυνατόν να τον φοβόμαστε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ