Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Είμαστε πράγματι ό,τι δηλώνουμε;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Με τους ενενήντα εννιά στους εκατό δεν υπάρχει πρόβλημα. Σάρκα από τη σάρκα μας είναι και πνεύμα από το πνεύμα μας. Πού κρύβεται όμως ο εκατοστός; Στην ανήλιαγη σπηλιά του Νταβέλη; Στο σπήλαιο του Πλάτωνα, μαζί με το «τρίτον από της αληθείας»; Σε «στούντιο», σαν αυτά που κατέκτησαν τα τελευταία χρόνια της Αθήνας, δημιουργώντας στους αγαθούς τη λαθεμένη εντύπωση ότι γεμίσαμε στέκια για φιλαναγνώστες και φιλότεχνους; Ή μήπως σε καμιά γιάφκα σύγχρονου τύπου με όλα τα κομφόρ, Ιντερνετ, κατσαρόλες κτλ.; Παραμένει άγνωστο. Μολονότι, πλην των δημοσιογραφικών ντετεκτιβικών δαιμονίων, ξαναμπήκε σε λειτουργία ακόμα και ο παλιός μηχανισμός αναζητήσεων του Ερυθρού Σταυρού.

Βαρύ πράγματι το έγκλημα του εκατοστού σε κάθε εκατό νοματαίους. Ενώ οι 99 ομολογούν ευθαρσώς την πίστη τους, ότι δηλαδή η διαφθορά αποτελεί μέγα πρόβλημα για την Ελλάδα, αυτός ρισκάρει και πάει ανάποδα στο ρεύμα. Δεν συμφωνεί. Επειδή είναι αδιάφορος; Επειδή τυγχάνει αδιάφθορος; Επειδή παρεπιδημεί εις νήσους οφσορίους και μας επισκέπτεται μια στο τόσο από νοσταλγία; Οπως και να ’χει, εκθέτει τη χώρα του και χώρα μας –για την οποία δεν φαίνεται να νοιάζεται ιδιαίτερα– στον κίνδυνο να χάσει την πρωτιά, που δεν είναι διασφαλισμένη, παρά το 99%. Μας ακολουθούν κατά πόδας οι ζηλόφθονες Ιταλοί (με το απειλητικό 97%), ενώ έχουμε και τρία ενενηνταπεντάρια: των Τσέχων, των Λιθουανών και των Ισπανών. Πρώτο συμπέρασμα λοιπόν ότι στην κορυφή της διαφθοράς (ή μάλλον της εικόνας περί διαφθοράς που σχηματίζει κάθε λαός για την πατρίδα του) δεν υπάρχουν μόνο χώρες του διαλυθέντος σοβιετικού μπλοκ. Υπάρχουν και κράτη της Δύσης (πρωτίστως του κατακα (η)μένου Νότου), η οποία δεν λέει να πάψει ούτε τώρα να αυτοθαυμάζεται για την ηθική και τη διαφάνειά της· α, και για τις εταιρείες «ηθοφόρου αναπτύξεως» που διαθέτει, όπως εκείνη που λαϊκιστί και μάλλον αναίτια αποκαλείται εδώ και καιρό Μίζενς.

Βεβαίως, τα ποσοστά αυτά, που περιέχονται στην πρώτη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη διαφθορά, προέκυψαν κατόπιν δημοσκοπήσεων. Και οι δημοσκοπήσεις για τέτοιου είδους ζητήματα, όσες κι αν είναι και όσο εκτεταμένες, δεν επιτρέπουν την εξαγωγή απολύτως ασφαλών συμπερασμάτων, έτσι όπως παρουσιάζουν σαν αντικειμενικό και αναμφισβήτητο πόρισμα το άθροισμα υποκειμενικών δηλώσεων. Στο ερώτημα «πιστεύετε ότι η διαφθορά έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις στη χώρα σας;» οι απαντήσεις-δηλώσεις του τύπου «εγώ νομίζω, εγώ πιστεύω, εγώ λέω» φανερώνουν προστιθέμενες ποιο χρώμα έχουν οι μαζικές πεποιθήσεις και προς τα πού κινείται ο συλλογικός νους ή το κοινό αίσθημα. Μολαταύτα, δεν είναι ακριβώς επιστημονικά δεδομένα, συν τοις άλλοις επειδή ουδέποτε είναι αποκλειστικώς αυθόρμητες και αυτοφυείς· και μιμητικές μπορεί να είναι και καλλιεργημένες ώς ένα βαθμό από τα μίντια.

Πρωτίστως οφείλουμε να σκεφτούμε σε ποιο βαθμό απορρέουν από τον γενικευμένο πλέον αρνητισμό, όπου όλοι στρέφονται επιθετικότατα κατά πάντων, κυρίως δε κατά του «συστήματος», γενικώς και αορίστως. Να σκεφτούμε επίσης ποια η συνάφειά τους με την πασιφανή ευκολία να μετατρέπουμε με συνοπτικές διαδικασίες την καχυποψία μας σε απόδειξη και τη φήμη σε σιγουριά («άκουσα... μου είπαν... ένας γνωστός μου...»). Αλλά και με μια δεύτερη ευκολία μας, να θεωρούμε το μέρος –όσο μικρό– ίσο του όλου. Ακούμε, για παράδειγμα, για κάποιον γιατρό ή εφοριακό ή πολεοδόμο ή... που απαίτησε φακελάκι, γρηγορόσημο ή λάδωμα και σπεύδουμε να συμπεράνουμε πως «οι γιατροί/εφοριακοί/πολεοδόμοι/... τα παίρνουν». Ολοι. Και ας ξέρουμε ότι δεν ισχύει αυτό – και άψογους γνωστούς έχει ο καθένας μας και εμπειρία από περιστατικά απόλυτης νομιμότητας.

Οσο κι αν δανείζονται λοιπόν την αυστηρή ενδυμασία των μαθηματικών και της στατιστικής, τα γκάλοπ που ερευνούν ύλη σχετιζόμενη και με τον ανθρώπινο ψυχισμό και τις μάλλον ανορθολογικές εκδηλώσεις του δεν μπορούν να διασώσουν ακέραιη την αξιοπιστία τους. Το «εγώ πιστεύω για τη χώρα μου και για τους άλλους» έχει πρωτίστως την αυτοαπαλλακτική σημασία τού «τι δεν πιστεύω για τον εαυτό μου» (άντε και για πεντ’-έξι κολλητούς μου). Για τον πάντοτε ξεχωριστό εαυτό μου εννοείται. Που καμιά σχέση δεν έχει με την ανήθικη και διεφθαρμένη μάζα, με λαμογιές, λοβιτούρες και ματσαραγκιές... Αθροιζόμενα αυτά τα καθαρά, πεντακάθαρα «εγώ» ισούνται φυσικά με τον πληθυσμό της Ελλάδας. Μόνο που, το είπαμε, δεν αθροίζονται. Αφού το ένα στρέφεται εναντίον του άλλου. Κάπως έτσι εξηγείται και το εξής: Το 63% εξ ημών δηλώνει ότι «ήρθε αντιμέτωπο με τη διαφθορά», αλλά η πίστη περί γενικευμένης διαφθοράς αφορά το 99%. Ενα 36% δηλαδή δεν έχει εμπειρία, αυτό όμως δεν το εμποδίζει να έχει ακλόνητη άποψη, πιθανόν υιοθετώντας την εμπειρία κάποιου γνωρίμου του. Αλλά ως προς αυτό μας ξεπερνούν οι Ιταλοί: Το 42% της εμπειρίας τους εξυψώνεται στο «καθολικό» 97% της πίστης τους πως η διαφθορά είναι τεράστια.

Κομίζει πάντως και αδιάσειστα στοιχεία η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην οποία υπολογίζεται και πόσο κοστίζει ετησίως η διαφθορά στην Ευρωπαϊκή Ενωση: μόλις 120 δισ. ευρώ. Αναφέρεται, για παράδειγμα, σε αρκετές υποθέσεις διαπλοκής στη χώρα μας. Μία εξ αυτών αφορούσε την κατασκευή μονάδας για ανάλυση πλάσματος αίματος. Κόστισε 11,2 εκατ. ευρώ. Και δεν λειτούργησε ποτέ. Περίπου όπως έγινε με διάφορα φοβερά και τρομερά «συστήματα ασφαλείας» που αγοράσαμε για τους Ολυμπιακούς. Ή με κάποια κεκλιμένα υποβρύχια. Ή με πυραύλους τύπου Βόλεψτον (εκ της βολής). Αλλά αυτού του είδους (και του κόστους) η διαφθορά έχει πάντα εθνικό περιεχόμενο...

Καμιά αντίρρηση. Ζούμε σε χώρα και φθαρμένη και διεφθαρμένη. Υπάρχει, ωστόσο, κάτι που φοβίζει πολύ: Οσο υψηλότερο είναι το ποσοστό που δηλώνει σίγουρο ότι κυριαρχεί η διαφθορά, τόσο μικρότερη αποδεικνύεται πως είναι η εμπιστοσύνη που τρέφει κανείς για τους διπλανούς τους· για τους ανθρώπους με τους οποίους έρχεται σε συναλλαγή κάθε μέρα – στις δημόσιες υπηρεσίες, αλλά και στο μίνι μάρκετ της γειτονιάς του. Αν αυτή η εμπιστοσύνη είναι μικρότατη, στα όρια της πλήρους απουσίας, αν δηλαδή έχει καταρρεύσει η Αρχή της Εμπιστοσύνης στην οποία θεμελιώνονται οι ανθρώπινες κοινωνίες, τίποτα καλό δεν μπορούμε να προσδοκάμε για το μέλλον τους. Αν (σχεδόν) όλοι πιστεύουμε ότι (σχεδόν) όλοι είμαστε χαλασμένοι, ποιο το φάρμακο και πού να βρεθεί;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ