ΒΙΒΛΙΟ

Μυθιστόρημα κινηματογραφικής τεχνικής

ΤΙΤΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΜΑΡΙΑ ΠΑΟΥΕΛ
Οξινη βροχή
εκδ. Κέδρος
σελ. 324

Ορμητικά μαύρα νερά ξεθεμελιώνουν μια πόλη. Δεν πλημμυρίζουν μόνο τα ταπεινά υπόγεια, ως συνήθως. Σαρώνουν στο πέρασμά τους τα πάντα, γκρεμίζουν κτίρια, καταστρέφουν πολυκατοικίες, μαγαζιά, δρόμους, πνίγουν ανθρώπους. Η Αννα Παρασκευοπούλου όμως, ευσυνείδητη νοσοκόμα, άκουγε από καιρό το νερό να τρέχει κάτω από το υπόγειό της και προλαβαίνει να μετακομίσει. Στο σπίτι μιας ηλικιωμένης σε κώμα, την οποία μετέφερε κάποιος γείτονάς της στο νοσοκομείο, ο ωρομίσθιος καθηγητής ιστορίας Αρης Βλασόπουλος που μένει σε μια ανώγεια γκαρσονιέρα στην ίδια πολυκατοικία. Η οποία επίσης θα σαρωθεί οσονούπω από τα νερά, τα οποία φουσκώνουν και πέφτουν, σαν μια εσωτερική στην πόλη θάλασσα, με την άμπωτη και την πλημμυρίδα της.

Η πόλη είναι η Αθήνα, κάπου στις αρχές του 21ου αιώνα, κάπου σήμερα σαν να λέμε δηλαδή. Τα μαύρα, απειλητικά νερά, η όξινη βροχή, η φυσική καταστροφή την οποία δεν μπορεί κανείς να συγκρατήσει, λειτουργούν φυσικά αλληγορικά, εισάγοντας το φανταστικό στοιχείο στην αφήγηση. Για την κοινωνική καταστροφή, της οποίας το κουβάρι πηγαίνει όσο πίσω θέλει κανείς να το πάει. Ετσι, για την προγενέστερη ζωή της Αννας, πριν εμφανιστεί και εγκατασταθεί από το πουθενά στη ζωή του Αρη, δεν μαθαίνουμε τίποτα. Ενώ για τον Αρη μαθαίνουμε πολλά. Για την ξενιτιά της μάνας του στη Γερμανία, όπου πουλούσε σουβλάκια σε φορτηγατζήδες, ως επί το πλείστον Τούρκους· για την περίοδο που έζησε μαζί της και μαζί με τον τυφλό της σύντροφο, ο οποίος την πλήρωνε για τις ερωτικές της υπηρεσίες και ενδεχομένως ήταν ο πατέρας του· για την επιστροφή στην Ελλάδα και το ορφανοτροφείο· την κληρονομιά της μάνας αυτής που τον στοιχειώνει η παρουσία-απουσία της (πληθαίνουν οι ιστορίες ορφανεμένων και πικραμένων αγοριών αυτόν τον καιρό, από τις παιδουπόλεις του Ατζακά και το χάδι του Στεφανίδη στην ξενιτιά της Πάουελ), που εξαφανίζεται στο Χρηματιστήριο, κάνοντας σκόνη τα όνειρά του για μια καλύτερη ζωή. Μένει να κάνει υπολογισμούς πόσα έχασε και πόσα του χρωστά ο χρηματιστής που του έδωσε την κακή συμβουλή και τον οποίο έπειτα από πολλές ασκήσεις θάρρους ξαναβρίσκει στην Αθήνα – να πουλάει ελπίδες νομιμοποίησης σε μετανάστες.

Μέσα από την ιστορία των δύο αυτών ανθρώπων που ενώνονται για λίγο τυχαία, όπως και με τη γηραιά κυρία με την περίεργη κατάληξη, η Πάουελ δημιουργεί με κινηματογραφική τεχνική ένα σκηνικό θλίψης, παρακμής, αναπότρεπτης καταστροφής του ατόμου και της κοινωνίας, διάλυσης της συλλογικής και ατομικής ταυτότητας – ο κατά Παλαμά Καραϊσκάκης αποτελεί μια διφορούμενη απάντηση στο ερώτημα της διαχείρισης της εθνικής ταυτότητας σε μια κοινωνία πολυπολιτισμικής αναφοράς. Ο καθηγητής που απεχθάνεται το σχολείο και τους μαθητές – η εικόνα με την οποία ξεκινά το βιβλίο είναι η κανιβαλιστική σχέση διδάσκοντος-διδασκομένων, που φοβάται τον γυμνασιάρχη και τον σύλλογο, αλλά και εξεγείρεται εναντίον του, που συχνάζει στο καταγώγιο της γειτονιάς αλλά διατηρεί μια αθωότητα μέσα στην εμμονή του, προσπαθεί να φτιάξει μια ζωή και να σχεδιάσει ένα καταδικό του πρόσωπο. Η τελική του επιλογή, που όπως και όλες οι υπόλοιπες επιβεβλημένη τρόπον τινά από την πραγματικότητα, το τυχαίο και τους άλλους, μια επιλογή-παρωδία των ονείρων του, λειτουργεί αντιστικτικά προς την επιλογή της νοσοκόμας σε σχέση με τη γηραιά κυρία: την ταριχεύει για να μη χάσει το σπίτι της, στο οποίο μένει, και το οποίο εντέλει, με τη βοήθεια του Αρη άλλωστε, ιδιοποιείται. Κανένας χώρος για αισθήματα, για ανιδιοτελείς σχέσεις, για οράματα, για αξίες. Επιβίωση σε ένα κυριολεκτικό βόρβορο που δεν αφήνει καμία ελπίδα διαφυγής: η Πάουελ δεν επιτρέπει σε κανένα απολύτως πρόσωπο να σηκώσει ψηλά το κεφάλι, να ονειρευτεί κάτι πέραν του στοιχειώδους, να ανασάνει ελεύθερα. Σκοτεινό και εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ