ΒΙΒΛΙΟ

Η γλώσσα μάς ελέγχει

ΤΙΤΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΛΟΣΠΥΡΟΣ
Η μοναδική οικογένεια
εκδ. Πόλις, σελ. 308

Ε​​να μυθιστόρημα που ξεκινά με ένα εγκιβωτισμένο θεατρικό έργο. Στη σκηνή μια μάνα που ικετεύει τον παραγωγό ενός τηλεπαιχνιδιού γνώσεων να επιτρέψει στην ανήλικη κόρη της να παίξει μαζί με τους ενήλικες, καθότι ιδιοφυΐα. Το θεατρικό αυτό, η ιστορία ενός συγγραφέα που γράφει ρομάντσα για να ζήσει ενώ κρατά το δικό του έργο μακριά από τα βέβηλα μάτια των μαζών, μιας γυναίκας που εργάζεται σε γραμμή ψυχολογικής υποστήριξης κι ενός παιδιού-θαύματος, είναι το μόνο κείμενο που ολοκληρώνει ο μέλλων αυτοκτόνος αρχιτέκτονας αφηγητής, ο οποίος μεγαλώνει μέσα σε μια οικογένεια αρχιτεκτόνων-συγγραφέων. Ο ίδιος στέλνει ηλεκτρονικά μηνύματα με σημειώσεις του στον εαυτό του – μια πρακτική που δεν μοιάζει καθόλου ξένη πια στις μέρες μας, μάλλον εξαιρετικά οικεία. Η ίδια οικογενειακή ιστορία σε παραλλαγές ανακυκλώνεται σε διάφορα κείμενα, ενώ ταυτόχρονα άλλα κείμενα, αρχαία και νεότερα, επιστρέφουν και σχολιάζουν την ίδια την ύπαρξή τους αλλά και τα κείμενα που τα ενσωματώνουν. Διάλογος ειδών, διάλογος κειμένων, διάλογος ηρώων και ηρωίδων με άλλους και άλλες του παρελθόντος, πολλές ιστορίες μέσα στην πρώτη ιστορία, αυτή του αφηγητή. Γλώσσα που μοιάζει ασυγκράτητη και διαφωτιστική, αλλά στην πράξη δεν αποκαλύπτει τίποτα από την πολυπλοκότητα του κόσμου, του ανθρώπου, της ψυχής, των αισθημάτων. Κόσμος ρευστός και ασύλληπτος όχι μόνο λόγω της αδυναμίας της γλώσσας να τον αναπαραστήσει αλλά και λόγω της διακίνησής του στα νέα μέσα που τον αναδιπλασιάζουν σε πολλαπλά κάτοπτρα, τον επαναλαμβάνουν, τον διαχέουν και τον αναιρούν διά της ταυτολογίας την ώρα που τον επιβεβαιώνουν.

Ο νεαρός Λευτέρης Καλοσπύρος (1980) ξεκίνησε ως συστηματικός κριτικός αναγνώστης και η σχέση του με τα βιβλία είναι ολοφάνερη στο πρώτο μυθοπλασιακό του κείμενο. Τόσο φανερή που το βαραίνει. Οι προτιμήσεις του στη λογοτεχνία δηλώνονται ποικιλοτρόπως, από τον Ροθ και τον Ντε Λίλο ώς τον Μπέκετ λόγου χάρη, και σχολιάζουν η καθεμία από αυτές μια επιλογή του κειμένου σε επίπεδο στόχευσης ή πραγμάτωσης. Ολες μαζί ορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται το μυθιστόρημα, ένα μεταμοντερνιστικό, ανοιχτό πλαίσιο, όπου ο κόσμος τίθεται υπό αίρεση και διαφεύγει την καταγραφή του: το επιστημολογικό πλαίσιο του μοντερνισμού, ο οποίος εστίαζε στο τι μπορεί να μάθει κανείς για τον περιβάλλοντα κόσμο, εντός και εκτός κειμένου, αντικαθίσταται στον μεταμοντερνισμό από το οντολογικό, όπως λέει ο Μπράιαν ΜακΧέιλ, που θέτει υπό αίρεση την ίδια τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τον κόσμο καθαυτόν.

Ο Καλοσπύρος θέτει πολλά, μα πάρα πολλά ζητήματα, τη θέση, την ευθύνη αλλά και τη δύναμη του συγγραφέα στον καιρό μας, τον ρόλο της τεχνολογίας στον καταθρυμματισμό του ειδώλου του κόσμου αλλά και των καλλιτεχνικών του αποτυπώσεων, τη δυνατότητα –την αδυναμία μάλλον– του λόγου να συνδράμει τον άνθρωπο στη συγκρότηση νοήματος, το οποίο διαρκώς κατακερματίζεται μαζί με τις ιστορίες που το αναζητούν. Και γράμματα ξέρει και τις τεχνικές ορίζει, αλλά η γλώσσα, όπως μου θύμισε η καλή ποιήτρια Μαρία Κυρτζάκη αυτές τις μέρες, είναι πολύ ξεροκέφαλη και μας ελέγχει εκεί που νομίζουμε ότι την ελέγχουμε. Η γλωσσική αποτύπωση λοιπόν στο μυθιστόρημα του Καλοσπύρου αντανακλά το αφηγηματικό-θεωρητικό-φιλοσοφικό παραφόρτωμα που δεν προσθέτει αλλά συσκοτίζει· την επί της ουσίας απο-ιστορικοποίηση της τεχνολογίας στο πλαίσιο ενός τεχνολογικού ντετερμινισμού που την μεταθέτει εκτός κουλτούρας, κοινωνίας και πολιτικής και της προσδίδει ρόλο καλού και κακού μάγου· μια πρόθεση εντυπωσιασμού ακόμα, ίσως ασύνειδη, αλλά υπαρκτή, μέσα από το πολύπλοκο παιχνίδι των φωνών, των αντανακλάσεων, των ειδών και την ψιθυριστή ή κραυγάζουσα παλιλλογία τους. Ταλέντο έχει ο Καλοσπύρος, όπως φαίνεται. Αλλά ο Χάκκας είχε για άλλη μια φορά δίκιο: «δεν γίνεται να φτάσεις στο ποίημα από διαβάσματα και μόνο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ