Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Γιατί διαβάζουν Κουφοντίνα;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΔIAΓΩNIΩΣ

«Το βιβλιοπωλείο αυτό πωλεί βιβλίο που διαφημίζει τη δολοφονία του πατέρα μου... Παρακαλώ να θυμάστε: αγοράζοντας βιβλία των εκδόσεων Λιβάνη, βοηθάτε να πλουτίσουν αυτοί που έδωσαν βήμα στον Κουφοντίνα να διαφημίσει τη δολοφονική του δράση». Δεν ξέρω πόσοι συγκινήθηκαν από την παρότρυνση του Γιώργου Μομφερράτου, γιου του δολοφονηθέντος από τη «17 Νοέμβρη» Νίκου Μομφερράτου. Δεν ξέρω πόσοι άλλαξαν γνώμη και ενώ είχαν σκοπό να αγοράσουν το πόνημα του Κουφοντίνα από το βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου διαβάζοντας το κείμενο που τους μοίραζε, αποφάσισαν να το αφήσουν στο ράφι. Δεν έχει και μεγάλη σημασία εξάλλου. Θα είχε μεγαλύτερη σημασία αν, με τη χειρονομία αυτή, αντιλαμβάνονταν ότι το ζήτημα δεν είναι απλώς πολιτικό, ότι υπάρχουν άνθρωποι τους οποίους το βιβλίο αυτό θίγει προσωπικά, κακοποιεί τα πιο βαθιά τους αισθήματα και τραυματίζει καίρια την αξιοπρέπειά τους. Είναι άλλο να ξέρεις πως κάποιος δολοφόνησε τον πατέρα σου και είναι εντελώς διαφορετικό να διαπιστώνεις πως, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά, ο ίδιος άνθρωπος σου λέει ευθαρσώς πως θα ξαναέκανε το ίδιο, αφού δεν έχει μετανιώσει, και αυτός ο άνθρωπος βρίσκει συνομιλητές πρόθυμους να τον αγκαλιάσουν με την περιέργεια του αναγνώστη και την κατανόηση του ηδονοβλεψία.

Ας μου συγχωρηθεί η έκφραση, όμως, όπως έγραψα και την Κυριακή, πιστεύω ότι το πόνημα του Κουφοντίνα δεν διαφέρει και πολύ από πορνογράφημα: ανοίγει μια κλειδαρότρυπα στη δραστηριότητα της τρομοκρατίας και, όπως η πορνογραφία αποδέχεται τη διέγερση της επιθυμίας ως παρέλαση στερεοτύπων, έτσι και αυτό προσπαθεί να μοιραστεί την απόλαυση του δολοφόνου συγγραφέα με τον αναγνώστη. Τον δε υποψήφιο αναγνώστη του τον θεωρεί δεδομένο: είναι κάποιος, φανταστικός ή υπαρκτός δεν έχει σημασία, ο οποίος αποδέχεται πως η τρομοκρατία είναι ένας θεμιτός τρόπος πολιτικής δράσης, ότι τα θύματα δεν βρέθηκαν τυχαία στη θέση του θύματος και ότι οι θύτες ακολούθησαν τις επιταγές μιας συνείδησης την οποία μοιράζονται ακόμη και με όσους δεν έχουν το «θάρρος» να πάρουν ένα πιστόλι και να καθαρίζουν στα τυφλά όποιον δεν τους αρέσει. Αυτοί μπορούν να γευθούν λίγη από την ηδονή της καθαρής και άτεγκτης συνείδησης του δολοφόνου διαβάζοντας το κείμενο. Τους διευκολύνει και το ύφος του: γραμμένο στα πρότυπα της ροζ λογοτεχνίας, σαν παντεσπάνι μελωμένο με συναίσθημα μπορεί να σοκάρει όσους έχουν στοιχειώδεις απαιτήσεις από τον γραπτό λόγο, κολακεύει όμως την ακρισία του αναγνώστη. Και κανείς συγγραφέας δεν έχασε ποτέ κολακεύοντας την ακρισία των αναγνωστών του. Ούτως ή άλλως, θεωρώ την κατάχρηση του συναισθήματος ανήθικη για τη γραφή. Πολλώ μάλλον, όταν χρησιμοποιείται ως περιτύλιγμα πράξεων ειδεχθών.

Γράφτηκαν πολλά αυτές τις ημέρες για το δικαίωμα του εκδότη να κυκλοφορήσει ένα τέτοιο βιβλίο. Σίγουρα έχει το δικαίωμα και καμιά λογοκρισία δεν μπορεί να του το απαγορεύσει. Η κρίση στον χώρο του βιβλίου πολύ πανικό έχει προκαλέσει στους επαγγελματίες και το κίνητρο της εμπορικότητας, το οποίο ποτέ δεν ήταν αμελητέο, σήμερα είναι ζωτικής σημασίας. Το βιβλίο του Κουφοντίνα πούλησε, λένε, την πρώτη εβδομάδα της κυκλοφορίας του 10.000 αντίτυπα, προμήνυμα μιας λαμπρής εμπορικής σταδιοδρομίας. Και στο σημείο αυτό αναδεικνύεται μία από τις κεντρικές, αν όχι η κεντρική, παραμέτρους της θλιβερής αυτής υπόθεσης. Τι είναι αυτό που σπρώχνει κάποιον να αγοράσει τις αναμνήσεις του Δημήτρη Κουφοντίνα και να τους αφιερώσει κάποιες ώρες από τη ζωή του; Η ανάγκη να μάθει την αλήθεια, ελπίζοντας ότι ο συγγραφέας θα του εξηγήσει όσα δεν έχει καταλάβει; Ή μήπως η ανέξοδη ηδονή του θεατή που παρακολουθεί την απόλαυση του δολοφόνου, διότι τουλάχιστον αυτός, ο δολοφόνος, δεν δίστασε να κάνει ό,τι ο ίδιος δεν τολμάει να κάνει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ