ΤΖΙΝΑ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ*

Ο πρόεδρος, ο τρομοκράτης και η έννοια της ευθύνης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Γερμανός πρόεδρος Γιόαχιμ Γκάουκ με την Εσθήρ Κοέν στην εβραϊκή συναγωγή των Ιωαννίνων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​​Με μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές επίσκεψης ξένου πολιτικού στη χώρα μας, στην τελετή μνήμης των θυμάτων του Ολοκαυτώματος στο χωριό Λιγκιάδες της Ηπείρου, ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ο Γιόαχιμ Γκάουκ, αφού έσκυψε για να σφίξει το χέρι όσων επέζησαν της τραγωδίας, δήλωσε «ζητώ από όλες τις οικογένειες των νεκρών μια συγγνώμη για τα κτηνώδη εγκλήματα που έγιναν εδώ. Συγγνώμη εν ονόματι όσων διέπραξαν τα εγκλήματα και των πολιτικών που μέχρι σήμερα δεν τα αναγνώρισαν. Σε τόπους σαν και αυτούς αισθάνομαι ντροπή, γιατί στη Γερμανία μεγάλωσαν δολοφόνοι».

Την επόμενη μέρα, ο γερμανικός Τύπος έκανε λόγο για μια απολογία που έπρεπε να έχει γίνει από επίσημα χείλη εδώ και καιρό. Αναγνώρισε δηλαδή και μια ευθύνη πολιτική και πολιτειακή. Αντιθέτως, ο ελληνικός Τύπος ασχολήθηκε περισσότερο με το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων, ενώ τα κανάλια μας μετέδιδαν δηλώσεις, με υψωμένο δάχτυλο και σε δημοφιλείς ιστοσελίδες και εκπομπές διάσημων σχολιαστών, επικράτησαν κραυγές περί «ύπατων αρμοστών», ατάκες τύπου «καλή η συγγνώμη, να δώσει και κάνα φράγκο» (πόσο χριστιανικό!) και υπαινιγμοί από κάποιους που ίσως αναπολούν την Ανατολική Γερμανία και τη Στάζι.

Είναι εντυπωσιακή, σε όσους την παρατηρούμε από απόσταση, αυτή η συλλογική ενοχή των Γερμανών για ό,τι συνέβη πριν από τόσες δεκαετίες. Ερχεται δε σε απόλυτη αντιπαράθεση με τις δικές μας «συνήθειες». Στις 6/3/2014 η «Καθημερινή» δημοσίευσε τη συνέντευξη της Εσθήρ Κοέν, μιας από τις κυρίες που συναντήθηκαν με τον Γκάουκ στους Λιγκιάδες, η οποία δεν μιλάει μόνο για την εμπειρία της στο Αουσβιτς, αλλά σοκάρει με τις εμπειρίες της στην Ελλάδα, για τους γείτονες που κρύφτηκαν πίσω από κλειστές κουρτίνες, για την κόρη της που έφυγε στο Ισραήλ, για τα κλεμμένα τους πράγματα. Κι όμως στην Ελλάδα που δεν αναγνωρίζουμε καμιά συνενοχή σε τίποτα, ο αντισημιτισμός στην πιο λάιτ εκδοχή του είναι και διάχυτος και σχεδόν απενοχοποιημένος.

Τις ίδιες μέρες της επίσκεψης Γκάουκ, το βασικό θέμα συζήτησης ήταν τα απομνημονεύματα ενός τρομοκράτη, καταδικασμένου για 11 δολοφονίες. Ενα κακογραμμένο κείμενο ενός ανθρώπου που ζει σε έναν δικό του κόσμο, που γράφει με την ίδια αφόρητη μπαναλιτέ για φόνους και για ασήμαντα πολιτικά γκρουπούσκουλα, τόσο κακό που αν ήταν μυθοπλασία θα γελούσαμε, αλλά είναι η «κοινοτοπία του κακού» σε όλο της το μεγαλείο, χωρίς να επιχειρεί να προβάλει κάποιο «ελαφρυντικό» ή ψήγμα αμφιβολίας, καμία αίσθηση συλλογικότητας, μόνο την εγωμανία του «δικαστή» και εκτελεστή.

Η συζήτηση για το βιβλίο περιορίστηκε στα δικαιώματα. Στο ποιος δικαιούται να γράφει, ποιος δικαιούται να εκδίδει, ποιος δικαιούται να μην πουλάει και ποιος δικαιούται διά να ομιλεί, γενικώς κι αορίστως. Πολιτικά, η συζήτηση επικεντρώθηκε στο ότι τον, σχεδόν εγκωμιαστικό, πρόλογο του βιβλίου έγραψε ένα στέλεχος της αριστεράς. Για αρκετές μέρες, κομματικά στελέχη τσακώνονταν σε πάνελ και στη Βουλή, για το αν η αριστερά έχει σχέση με την τρομοκρατία ή όχι.

Στην Ελλάδα οι τραγωδίες, μικρές ή μεγάλες, είτε είναι πόλεμος, είτε το ολοκαύτωμα, είτε η τρομοκρατία, πρέπει να επιβιώνουν άλυτες, ζωντανές και διχαστικές, για να τις ξαναζούμε από δεύτερο και τρίτο χέρι λες και δεν θέλουμε να συνυπάρχουμε. Ετσι, τα ερωτήματα που δεν αγγίζουμε ψύχραιμα είναι αυτά που θα μας έφταναν στην ανάληψη μιας κάποιας ευθύνης. Την ώρα που ένας Γερμανός πρόεδρος εν έτει 2014 ζητούσε συγγνώμη για το Αουσβιτς, είναι αποκαρδιωτικό να διαβάζεις πώς νιώθει η Εσθήρ Κοέν που ό,τι της συνέβη κρύφτηκε κάτω από το χαλί. Και μακριά από το μεγαλείο μιας συλλογικής ευθύνης, όταν μιλάμε για πολιτική, είναι εξοργιστικό κι ας μην είναι συγκρίσιμο με τα παραπάνω, ότι κανένας Ελληνας πολιτικός από αυτούς που έτρεφαν σενάρια και θεωρίες συνωμοσίας για πράκτορες, αντί να κάνει κριτική λογοτεχνίας δεν έχει αναλάβει με γενναιότητα να εξηγήσει στις οικογένειες των θυμάτων και στην κοινωνία γιατί η πολιτεία δεν έβαζε φρένο στην τρομοκρατία επί δεκαετίες. Αλλά και γιατί, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη, η τρομοκρατία επανεμφανίστηκε, καθότι δεν έχει απονομιμοποιηθεί πολιτικά, με αποτέλεσμα σήμερα να συζητάμε υπό το πρίσμα των αυτονόητων δικαιωμάτων για το πνευματικό έργο ενός σίγουρου για το δίκαιο των πράξεών του, αμετανόητου δολοφόνου.

*Η κ. Τζίνα Μοσχολιού είναι δημοσιογράφος στον 9.84.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ