ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η Ελλάδα δεν είναι μόνο ισολογισμός

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Γκαμπριέλα Ράμος, δεξί χέρι του επικεφαλής του ΟΟΣΑ: «Καμιά οικονομική πολιτική δεν μπορεί να έχει αποτελεσματική εφαρμογή σε μια χώρα, αν αυτοί που την σχεδίασαν δεν γνωρίζουν εις βάθος τον πολιτισμό και την Ιστορία».

Είναι γυναίκα. Νέα και ελκυστική. Κάτι μάλλον σπάνιο όταν συναντάς εκπροσώπους του ασθενούς φύλου που βρίσκονται σε θέσεις ανώτατης πολιτικής ιεραρχίας. Οχι μόνον αυτό. Στην κατ’ ιδίαν συζήτηση, διαπιστώνει κανείς με έκπληξη ότι διατηρεί αλώβητη την ευαισθησία της, τη διαίσθησή της, τη δροσιά του συναισθήματος, δυσεύρετα χαρίσματα στον ανταγωνιστικό στίβο της διπλωματίας. Η Γκαμπριέλα Ράμος, εκπρόσωπος του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης στην ομάδα των ισχυρότερων οικονομικά χωρών G20 και δεξί χέρι του επικεφαλής του ΟΟΣΑ, Ανχελ Γκουρία, θεωρείται ανερχόμενο αστέρι όχι μόνο για την πατρίδα της, το Μεξικό, αλλά και για τη διεθνή σκηνή.

Τη συναντήσαμε στο Παρίσι, όπου η «Κ» παρευρέθη στα εγκαίνια της έκθεσης του εικαστικού Κωνσταντίνου Ξενάκη στην έδρα της μόνιμης ελληνικής αντιπροσωπείας στον ΟΟΣΑ, με την αφορμή της ελληνικής προεδρίας. Και συζητήσαμε μαζί της τη νεόκοπη πολιτική του Οργανισμού (New Approach for Economic Challenges) που σηματοδοτεί μια σπουδαία αλλαγή: καμιά οικονομική πολιτική δεν μπορεί να έχει αποτελεσματική εφαρμογή σε μια χώρα, αν αυτοί που την έχουν σχεδιάσει δεν γνωρίζουν εις βάθος τον πολιτισμό και την ιστορία, αν δεν κατανοούν τη νοοτροπία των ανθρώπων και αν δεν έχουν πρώτα χαρτογραφήσει επαρκώς τις υπάρχουσες δομές.

Η Ράμος πιστεύει ακράδαντα ότι οι λύσεις για την ανάπτυξη δεν μπορούν να ξεπηδήσουν ως διά μαγείας από το μυαλό κάποιου τεχνοκράτη, ο οποίος δεν έχει ιδέα τι συμβαίνει στους δρόμους ενός κράτους, δεν αντιλαμβάνεται την ψυχοσύνθεση των κατοίκων. Δεν δίστασε να μιλήσει και για την περίπτωση της Ελλάδας, την οποία επισκέφθηκε προσφάτως ο Γκουρία, για να παρουσιάσει την ειδική έρευνα του ΟΟΣΑ.

«Ενα από τα πράγματα που θαυμάζω στον επικεφαλής του ΟΟΣΑ είναι πως πρόκειται για άνθρωπο με τετραπέρατο μυαλό αλλά και με ψυχή» λέει αμέσως για τον επικεφαλής της. «Το ελληνικό ζήτημα τον απασχολεί διαρκώς και αισθάνεται προσωπικά εμπλεκόμενος. Ξέρει ότι η Ελλάδα δεν είναι απλώς ένας ισολογισμός αλλά μια χώρα με κατοίκους που υποφέρουν. Μιλάμε για πραγματικούς ανθρώπους που αισθάνονται ότι το έδαφος έχει υποχωρήσει κάτω από τα πόδια τους, που έχουν χάσει τη δουλειά τους, το βιοτικό επίπεδο και την ασφάλειά τους και όχι για αριθμούς σε κάποιο case study».

Οχι μόνον οικονομία

Τόσο ο Γκουρία όσο και η Ράμος κατάγονται από τη Λατινική Αμερική και γνωρίζουν από πρώτο χέρι τι σημαίνει οικονομική κρίση.

«Είμαστε συμπατριώτες και βλέπουμε και οι δύο παραλληλισμούς ανάμεσα στην Ελλάδα του σήμερα και το Μεξικό της δεκαετίας του ’80. Ισως η προσωπική αυτή εμπειρία να είναι και ο λόγος που νομίζω ότι είμαστε σε θέση να συμπάσχουμε και να διακρίνουμε την ανθρώπινη διάσταση της οικονομικής πολιτικής. Αυτό που μας δίδαξε η κρίση, στην περίπτωση της Ελλάδας και όχι μόνον, είναι ότι δεν ωφελεί να εξετάζουμε ένα περίπλοκο ζήτημα μόνο από τη σκοπιά της οικονομίας. Μέχρι τώρα πιστεύαμε ότι όλα λειτουργούν με συγκεκριμένα πρότυπα αυτορρύθμισης στις αγορές, θεωρούσαμε δεδομένη τη λογική συμπεριφορά των ανθρώπων. Ομως αποδείχθηκε ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι.

»Είναι, λοιπόν, ασφαλέστερο να ενσωματώνουμε στην προσέγγισή μας και όλους τους άλλους παράγοντες που συνδέονται με τα ανθρώπινα όντα, να αναγνωρίσουμε ότι τα άτομα μπορεί να αντιδρούν αλλιώς στο ίδιο ερέθισμα, να δούμε την κατάσταση και από την πλευρά της ιστορίας, της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας. Ετσι φτιάχνουμε ένα πολυπρισματικό μοντέλο ανάλυσης» λέει η Ράμος.

Να αλλάξουμε το μοντέλο της ανάλυσης

«Στο βρετανικό πρωθυπουργικό επιτελείο», λέει στην «Κ» η Γκαμπριέλα Ράμος, «υπάρχει μια ειδική μονάδα, η Behavioral Insights Unit, η οποία ερευνά την αντίδραση των ανθρώπων διαφορετικής κουλτούρας, ηλικίας και τάξης σε μια σειρά από υποψήφια νομοθετήματα που μπορεί να αφορούν τη φορολογία, την περίθαλψη κοκ. Συλλέγει πληροφορίες και κάνει εισηγήσεις στον πρωθυπουργό έτσι ώστε να διασφαλιστεί όχι ότι ένας νόμος δεν θα βρει αντίθετη την κοινή γνώμη, αλλά ότι δεν θα προκαλέσει περισσότερα προβλήματα απ’ ό,τι οφέλη. Η σύγχρονη πολιτική πρέπει να συνυπολογίζει τέτοια δεδομένα, έτσι ώστε να σχεδιάζει αλλά και να εφαρμόζει σωστά νόμους».

Ταπεινότητα και ευελιξία

Η Ράμος πιστεύει ότι το ίδιο πρέπει να κάνουν και όλοι οι μεγάλοι οικονομικοί και πολιτικοί οργανισμοί, των οποίων οι αποφάσεις επιφέρουν αλλαγές στην καθημερινότητά μας:

«Η μεγαλύτερη πρόκληση για τον ΟΟΣΑ είναι να μπορεί να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών. Με την ύφεση συνειδητοποιήσαμε ότι πρέπει να αλλάξουμε το μοντέλο της ανάλυσής μας και να παραδεχθούμε ότι δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε εις βάθος τα πάντα. Συνεπώς χρειάζεται ταπεινότητα και ευελιξία. Χαίρομαι ιδιαίτερα που εργάζομαι σε ένα διεθνή οργανισμό που πρώτος δείχνει τον δρόμο προς αυτήν την κατεύθυνση. Πρέπει να είμαστε ανοιχτοί να μάθουμε και να αλλάξουμε, να γίνουμε συνεργατικοί».

Και η περίπτωση της Ελλάδας; «Εκεί καταλάβαμε ότι δεν έχει νόημα να βγούμε με μια συνταγή που θα λέει πρέπει να κάνετε το Α ή το Β, αν δεν εξετάσουμε πώς όλα αυτά μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη. Αν λ.χ. δεν γνωρίζουμε τι συμβαίνει στη δημόσια διοίκηση της Ελλάδας, ποιες είναι οι παθογένειες και οι δυσλειτουργίες του συστήματος, πώς περιμένει κανείς να γίνουν πράξη οι εισηγήσεις που θα φέρουν την ανάπτυξη ή τη βελτίωση; Δεν αρκεί να υποθέτεις και να θεωρείς κάτι δεδομένο αν δεν ξέρεις...».

Η Φουκουσίμα

Εκτός από τη νέα προσέγγιση στην οικονομική πολιτική, ο ΟΟΣΑ προωθεί ένα ακόμα θέμα που προήλθε από την εμπειρία που απεκόμισαν οι Ιάπωνες στην Φουκουσίμα και το εισηγήθηκαν στην υπουργική συνάντηση κορυφής του ΟΟΣΑ. Η Ράμος εξηγεί:

«Γνωρίζουμε πλέον με βεβαιότητα ότι δεν μπορούμε να αποφύγουμε αλλά ούτε και να προβλέψουμε τις κρίσεις, που είτε προέρχονται από την οικονομία είτε από φυσικές καταστροφές. Συνεπώς πρέπει να εστιάσουμε όλη μας την ενέργεια στην αντιμετώπιση και στην ανασυγκρότηση. Οπως είδαμε και στην Ιαπωνία, αυτή μπορεί να έρθει μόνο μέσα από τους ανθρώπους, από την αλληλεγγύη, από τα δίκτυα υποστήριξης των πληγέντων. Νομίζω ότι ήταν ένα μεγάλο μάθημα διεθνούς πολιτικής και ο όρος resilience κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος στις συζητήσεις στα διεθνή fora».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ