ΒΙΒΛΙΟ

Δύο Αθηναίοι στη δίνη του χρόνου

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Πόσα γνωρίζουμε και, κυρίως, πόσα δεν γνωρίζουμε για την Αθήνα της Κατοχής; Στη φωτογραφία η πλατεία Ομονοίας.

Αγαπητοί αναγνώστες, έχω μπροστά μου ένα δύσκολο καθήκον: να επιχειρήσω να μεταδώσω με ψυχραιμία και «αντικειμενικότητα» την προσωπική μου αίσθηση για ένα βιβλίο που αγάπησα σχεδόν από την πρώτη του σελίδα. Το... βάρος γίνεται μεγαλύτερο καθώς έχω την επίγνωση (ευτυχώς) ότι το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Φύσσα «Ο κηπουρός και ο καιροσκόπος» (εκδόσεις Εστία) δεν απευθύνεται σε όλους. Η ίδια του η δομή με την ενσωμάτωση αυθεντικών δανείων από άλλες, παλαιότερες εκδόσεις ή επιστημονικές επιθεωρήσεις, αλλά και τη χρήση αριθμημένων παραγράφων σε στυλ Tractatus, πολλά εκ των οποίων είναι πίνακες και στατιστικά στοιχεία, δημιουργεί εξαρχής μια γοητευτική απόσταση ή, αν θέλετε, μια δημιουργική αμηχανία ως προς τις προθέσεις του συγγραφέα.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, δεν ξέρεις ακριβώς με τι έχεις να κάνεις. Λογοτεχνία; Ή κάτι άλλο;

Αυτή η αγωνία σού κάνει συντροφιά στις πρώτες σελίδες, μέχρι να την... ξεχάσεις εντελώς, γιατί θα έχεις αφεθεί στη μαγεία της γλώσσας (διαρκή τα περάσματα από τη δημοτική σε μια απλή, γάργαρη καθαρεύουσα), των αριθμών (αν αγαπάτε τη στατιστική, αυτό θα γίνει το βιβλίο σας) και των δύο πρωταγωνιστών: του νεαρού μετεωρολόγου Χάρη Χωματά, που παραμονές του πολέμου αποφασίζει να μελετήσει συστηματικά το κλίμα της Αθήνας, και του γεωπόνου Αντώνη Αστεριάδη, ο οποίος λίγο αργότερα αρχίζει μια εξίσου εξαντλητική έρευνα για τους λαχανόκηπους της πρωτεύουσας. Χωρίς (ακόμη) να γνωρίζουν ο ένας τον άλλον, παίρνουν σβάρνα τις γειτονιές της Αθήνας και περνάνε «το πλείστον των τρομερών κατοχικών ετών» συλλέγοντας στοιχεία. Παράλληλα με τον επιστημονικό οίστρο των δύο Αθηναίων και τον ζόφο του πολέμου, γινόμαστε μάρτυρες της Αθήνας της εποχής, κρυφοκοιτάζοντας όψεις της πόλης αλλά και της δύσκολης καθημερινότητας, που δεν ήταν μόνο θάνατος και στερήσεις.

Υπαρκτά πρόσωπα

Αυτό που δεν γνωρίζει ο αναγνώστης είναι ότι και ο Χωματάς και ο Αστεριάδης αποτελούν συγγραφικές μεταλλαγές υπαρκτών προσώπων. Ο Δημήτρης Φύσσας είχε ανακαλύψει σε παλαιοβιβλιοπωλείο το βιβλίο του Βασίλη Σακαλή «Συμβολή εις το κλίμα της πόλεως. Συμβολή εις την μικροκλιματικήν έρευναν των Αθηνών και γενικώς των Μεγαλουπόλεων». Το εξέδωσαν τα αδέλφια του Γιάννης και Αντρέας, γιατί ο ίδιος αρρώστησε βαριά και πέθανε στα Δεκεμβριανά, μόλις στα 36 του, καθώς δεν μπορούσε να μεταφερθεί σε νοσοκομείο. «Το βιβλίο μού έδειξε ότι υπήρχε ένας άνθρωπος, ένας επιστήμονας (ο Σακαλής ήταν χημικός - μετεωρολόγος), που πέρασε την Κατοχή αφοσιωμένος στην επιστήμη του. Αναλογίστηκα: ώστε υπήρχαν και τέτοιοι άνθρωποι στην Κατοχή;».

Μετά, χάρη σε ένα φίλο μου, τον Θοδωρή Βαλμά, έπεσα πάνω στο πόνημα «Οι λαχανόκηποι Αττικής και η σημασία των, ιδίως κατά την πολεμικήν περίοδο». Το είχε γράψει ο Νικόλαος Κανάσης, προϊστάμενος της Γεωργικής Υπηρεσίας Αττικής. «Αυτό το βιβλίο πρόλαβε και βγήκε επί Κατοχής, η σημασία του είναι προφανής. Ξεκινώντας από τον Κανάση, έπλασα τον Αντώνη Αστεριάδη, χρησιμοποιώντας αυτούσια αποσπάσματα από το βιβλίο του».

Ο Δημήτρης Φύσσας, αμετανόητος αθηναιολάτρης, μας παίρνει από το χέρι και φωτίζει την Αθήνα του ’40 κάτω από ένα διαφορετικό, πλάγιο φως: οι άνθρωποι συνεχίζουν να ερωτεύονται ή να παθιάζονται με «δευτερεύοντα πράγματα», ο Χωματάς διασώζει έναν τραυματισμένο Γερμανό ναύτη και πολλά ακόμη. Ομως το αληθινό επίτευγμα του Φύσσα είναι άλλο: δίνει φωνή σε δύο «αντι-ήρωες» της Κατοχής και αυτή η μικρή, ασήμαντη καθημερινότητά τους γίνεται η μεγαλύτερη κατάφαση στη ζωή και στην ομορφιά της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ