Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Βαλκάνιος μέσα μας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: IΔEEΣ

Οταν στο γύρισμα της δεκαετίας του ογδόντα προς ενενήντα άρχισαν να κυκλοφορούν ανάμεσά μας οι πρώτοι Αλβανοί πρόσφυγες, το θέαμά τους για τους παλιότερους ήταν οικείο. Τόσο οικείο, που ήταν δύσκολο να το αντέξουν. Ξερακιανοί, κακοντυμένοι, με το γκρίζο ύφος της ταλαιπωρίας οι περισσότεροι, έμοιαζαν να βγαίνουν από γελοιογραφίες του Μποστ. Ηταν σαν τα φαντάσματα της ψωροκώσταινας. Τις φυσιογνωμίες τις ξέραμε καλά. Τις συναντούσαμε ώς τα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα στην ελληνική ενδοχώρα. Μόνο που τώρα ο χρόνος είχε περάσει, και μαζί με τον χρόνο που είχε περάσει, πιστεύαμε πως η Ελλάδα είχε αλλάξει. Είχε πάρει τον δρόμο της Ευρώπης ανεπιστρεπτί, τα σημάδια της ευμάρειας ήταν ορατά διά γυμνού οφθαλμού και κανείς δεν ήθελε να θυμάται τη βαλκανική ενδοχώρα της ελληνικής κοινωνίας. Η έντονη αντίδραση απέναντι στους Αλβανούς πρόσφυγες, η περιφρονητική στάση με την οποία τους αντιμετωπίσαμε και τα ξενοφοβικά αντανακλαστικά που προκάλεσαν σε πολλούς από εμάς, οφείλονταν, σε μεγάλο μέρος, στο αίσθημα της οικειότητας, στο γεγονός ότι μας θύμιζαν ένα κομμάτι του εαυτού μας το οποίο θέλαμε πάση θυσία να μη θυμόμαστε. Επρεπε να έρθει το δεύτερο κύμα μετανάστευσης, από πληθυσμούς οι οποίοι δεν είχαν καμία διάθεση, ούτε και δυνατότητα να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία, για να αποδεχθούμε τη συνύπαρξη με τους Αλβανούς και την εικόνα τους, η οποία είχε εν τω μεταξύ προσαρμοστεί στα δικά μας ήθη.

Είναι ένα επεισόδιο που εικονογραφεί με τον καλύτερο τρόπο τη σχέση έλξης-απώθησης την οποία διατηρεί η ψυχοσύνθεσή μας με τη βαλκανική της ενδοχώρα. Ξέρουμε πόσο τους μοιάζουμε, ξέρουμε πόσο κοντά τους είμαστε και γι’ αυτό δεν θέλουμε με τίποτε να γίνουμε σαν κι αυτούς. Οι μάλλον δημοφιλείς αναλύσεις που καταλήγουν ότι η πτώση της οικονομίας θα σταματήσει μόνον όταν οι μισθοί φτάσουν στο επίπεδο της Βουλγαρίας, είναι και αυτή χαρακτηριστική. Εδώ που καταντήσαμε, το μέλλον μας θα σημάνει την επιστροφή στο σημείο εκκίνησης, στον πλανήτη Βαλκάνια. «Εδώ είναι Μπαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε», που έλεγε και ο Εγγονόπουλος, τον οποίον ο Εμπειρίκος, για λόγους που δεν έχω καταλάβει έως σήμερα, αποκαλούσε «Ελληνοαλβανό ποιητή». Η ψυχική μας δέσμευση με τη βαλκανική ενδοχώρα, η σχέση έλξης-απώθησης, είναι αυτή που μας επιτρέπει ακόμη και σήμερα να μιλάμε για ένα εσωτερικό ρήγμα το οποίο μας διατηρεί μονίμως σε ένα πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό μεταίχμιο, στο όριο ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Διότι σήμερα, όταν μιλάμε για Ανατολή δεν αναφερόμαστε πια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως στον δέκατο ένατο αιώνα, και σίγουρα δεν αναφερόμαστε σε ανύπαρκτες κατά τα λοιπά συγγένειες απέναντι στον μουσουλμανικό αραβικό κόσμο. Η Ανατολή είναι η προοπτική της βαλκανικής ενδοχώρας η οποία ανοίγει τη θέα προς τη Μόσχα. Δεν είναι τυχαίο ότι τα αντιδυτικά αισθήματα ενεργοποιούνται κάθε φορά που διαφαίνεται σύγκρουση ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση, είτε Ευρωπαϊκή Ενωση είτε ΗΠΑ. Ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, Δεξιάς ή Αριστεράς, το φιλορωσικό κόμμα έχει μεγάλη απήχηση στην ελληνική κοινή γνώμη. Η σχέση δεν είναι απαραιτήτως ορθολογική, είναι μάλλον συναισθηματική και έχει να κάνει με το βάρος της βαλκανικής ενδοχώρας που το κουβαλάμε μέσα μας. Πάνω από τριάντα χρόνια μετά την ευρωπαϊκή μας ένταξη εξακολουθούμε να μιλάμε για την Ευρώπη και την Ελλάδα. Και λέμε ότι πάμε ταξίδι στην Ευρώπη αν πηγαίνουμε στο Παρίσι, λέμε όμως ότι πάμε στο Βουκουρέστι, διάκριση που υποσυνείδητα δηλώνει πως θεωρούμε ότι μοιραζόμαστε τον ίδιο χώρο, άρα δεν χρειάζεται να προσδιορίσουμε τη γενικότερη γεωγραφική ή πολιτισμική περιοχή. Πού αρχίζει η Ευρώπη, στη Βιέννη όπου σταμάτησε ο Σουλεϊμάν ή στην άλλη άκρη της Αδριατικής, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι κατά βάθος πιστεύουμε πως εκεί περνάμε κάποιο σύνορο που δεν το περνάμε ούτε στα Σκόπια, ούτε στη Σόφια, ούτε στο Βελιγράδι.

Δεν είμαι ιστορικός. Ομως, πολύ θα ήθελα να ακούσω κάποιον ιστορικό είτε να με διαψεύδει είτε να με επιβεβαιώνει με στοιχεία που εγώ δεν έχω. Πολύ θα ήθελα να μάθω πώς λειτούργησε και εξακολουθεί να λειτουργεί σε σχέση με αυτό το σύνδρομο η Ορθόδοξη Εκκλησία, ο εγκλωβισμός της στο ανατολικό δόγμα και η μεγέθυνση του ρήγματος με τον δυτικό πολιτισμό, με αποτέλεσμα τη διόγκωση του αντιδυτικού αισθήματος. Πολύ θα ήθελα να ξέρω, επίσης, τον ρόλο που έπαιξε το ψυχολογικό ρήγμα στον εμφύλιο πόλεμο και αν, στην πραγματικότητα, δεν είχαμε να κάνουμε, πέρα από τις πολιτικές διαφορές, με μια ουσιαστική πολιτισμική σύγκρουση ανάμεσα στη βαλκανική και την ευρωπαϊκή Ελλάδα. Μην ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα δρα ακόμη το πιο φιλοσοβιετικό κόμμα της Δυτικής Ευρώπης το οποίο, χωρίς κανέναν συνειδησιακό κραδασμό, γλίστρησε από την υπεράσπιση του Μπρέζνιεφ στην υπεράσπιση της πολιτικής του Πούτιν. Αντιδυτικό να ’ναι και ό,τι να ’ναι.

Δεν ξέρω αν μπορούν να μετρηθούν οι συνέπειες του ρήγματος στη σημερινή κρίση. Πόσο δηλαδή μας επηρεάζει ο Βαλκάνιος μέσα μας, πόσο ευθύνεται για τις κοινωνικές αγκυλώσεις και τι του οφείλουν οι αρχαϊσμοί της κοινωνικής μας οργάνωσης. Το βέβαιο είναι ότι στους καιρούς του ευρωσκεπτικισμού που ζούμε, το ρήγμα θα έχει την τάση να διευρύνεται όλο και περισσότερο. Πολλώ μάλλον που τον Βαλκάνιο μέσα μας αρνούμαστε να τον κοιτάξουμε στα μάτια, και το κυριότερο, αρνούμαστε να τον υποβάλουμε στην κρίση μιας παιδείας η οποία, και αυτή, παραπαίει κάπου ανάμεσα στον ευρωπαϊκό διαφωτισμό και στις συναισθηματικές δεσμεύσεις απέναντι στη βαλκανική μας ενδοχώρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ