Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Ο Ούλι Χένες και ο καταραμένος φόρος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ιστορία του Ούλι Χένες είναι ένα παραμύθι για την εποχή μας, συνδέοντας τη λάμψη του πασίγνωστου και αγαπητού αθλητή και παράγοντα ποδοσφαίρου με την αλαζονεία της παράβασης αλλά και με την ελπίδα της εξιλέωσης μέσω της πτώσης και της τιμωρίας. Ο τρόπος που ο ίδιος χειρίστηκε την υπόθεση της φοροδιαφυγής του, και η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε από τις φορολογικές και δικαστικές αρχές της χώρας του, έχουν όλα τα στοιχεία ενός προσωπικού αλλά και εθνικού ψυχογραφήματος.

Εκτός Γερμανίας είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς το εύρος της διασημότητας του Χένες. Αρκεί να σημειώσουμε, όπως έκαναν οι New York Times, ότι η δίκη του την περασμένη εβδομάδα κόντεψε να επισκιάσει την κρίση μεταξύ Ρωσίας - Ουκρανίας, «καθώς φέρνει σε αντιδιαστολή τη γοητεία ενός αθλητή ήρωα με την ολοένα και αυξανόμενη λαϊκή οργή για τη χρήση από τους πλούσιους και ισχυρούς κρυφών ελβετικών λογαριασμών και άλλων μεθόδων φοροδιαφυγής».

Ο 62χρονος Χένες, υιός χασάπη, από τα 18 του ζει μέσα στη μεγάλη οικογένεια της Μπάγερν Μονάχου. Στα οκτώ χρόνια που έπαιζε ποδόσφαιρο συνέβαλε στην απόκτηση τριών εθνικών πρωταθλημάτων και τριών Ευρωπαϊκών Κυπέλλων, καθώς και στον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή με την εθνική ομάδα το 1974. Υστερα από σοβαρό τραυματισμό, ασχολήθηκε με τη διοίκηση της ομάδας, φτάνοντας έως την προεδρία της Μπάγερν. Δεν είναι τυχαίο ότι την Παρασκευή ο Χένες επέλεξε την επίσημη ιστοσελίδα της ομάδας για να ανακοινώσει ότι δεν θα εφεσιβάλει την καταδίκη του σε τριάμισι χρόνια φυλάκισης.

Μία μέρα νωρίτερα, οι δικηγόροι του Χένες είχαν πει ότι σκόπευαν να ασκήσουν έφεση. Η ανακοίνωση του προέδρου της Μπάγερν, όμως, έδειξε ότι αφού είχε χάσει την ελπίδα για επιείκεια από το δικαστήριο, ο μόνος δρόμος που του έμεινε ήταν να πληρώσει το τίμημα. Και παρουσίασε την απόφασή του ως προσωπική υπόθεση. «Αφού συζήτησα την υπόθεση με την οικογένειά μου, αποφάσισα να δεχθώ την ετυμηγορία του δικαστηρίου του Μονάχου σχετικά με τα φορολογικά μου. Παράγγειλα στους νομικούς εκπροσώπους μου να μην ασκήσουν έφεση. Αυτό συνάδει με το πώς αντιλαμβάνομαι την ακεραιότητα, την αξιοπρέπεια και την προσωπική υπευθυνότητα. Η φοροδιαφυγή ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου και αναλαμβάνω τις συνέπειες του λάθους μου», έγραψε. Στο ίδιο μήνυμα ανακοίνωσε την παραίτησή του από τη θέση του προέδρου της ομάδας. «Με αυτόν τον τρόπο θέλω να αποτρέψω περαιτέρω ζημιά στην ομάδα. Η FC Bayern Munchen είναι το έργο της ζωής μου και πάντα θα παραμείνει έτσι. Θα συνεχίσω να συνδέομαι με αυτή τη σπουδαία ομάδα και τους ανθρώπους της με άλλους τρόπους όσο ζω».

Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η γενναία απόφαση του Χένες ακολούθησε έπειτα από μια σειρά τερτιπιών, με την οποία επιχείρησε να ξεφύγει με το μικρότερο πιθανό κόστος. Τον Ιανουάριο του 2013, ύστερα από έκκληση των γερμανικών αρχών σε πολίτες που διατηρούσαν κρυφούς λογαριασμούς στην Ελβετία, ο Χένες προσήλθε αυτοβούλως και ομολόγησε ότι είχε κρυφό λογαριασμό και ότι είχε αποφύγει φόρο ύψους 3,5 εκατ. ευρώ. Στο δικαστήριο είπε ότι περίμενε συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Ελβετίας που θα αμνήστευε φοροφυγάδες. Τέτοια συμφωνία δεν έγινε. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, περίπου 55.000 Γερμανοί φοροφυγάδες προσήλθαν μόνοι τους, καταβάλλοντας φόρους ύψους 3,5 δισ. ευρώ. Οι γερμανικές αρχές κυνηγούν κάθε περίπτωση έως το τέλος. Αυτό στοίχισε στον Χένες: στο δικαστήριο αποκαλύφθηκε ότι η φοροδιαφυγή του ήταν ύψους 28,5 εκατ., όχι των 3,5 εκατ. Ετσι, αφού η πρώτη κίνηση εξιλέωσης (διά της ομολογίας) δεν πέτυχε, ο λαϊκός ήρωας αναγκάστηκε να αποδεχθεί την τιμωρία του χωρίς πολλά λόγια.

Η υπόθεση είναι η πιο εντυπωσιακή αλλά όχι μοναδική όσον αφορά τη δίωξη επωνύμων και ανωνύμων. Υπογραμμίζει πόσο σοβαρά αντιμετωπίζουν οι Γερμανοί τη φοροδιαφυγή, με τη χρήση νόμων (αμνήστευσης αλλά και δίωξης), με εξονυχιστικές έρευνες και με παραδειγματισμό. Η τύχη της «Λίστας Λαγκάρντ» και του καταλόγου 1.700 μεγάλων φοροφυγάδων, ο οποίος «χάθηκε» στη γραφειοκρατία (σχετικό ρεπορτάζ στη σελ. 6) είναι ενδεικτική της δυσλειτουργίας του δικού μας συστήματος. Αλλά ίσως η πιο σημαντική διαφορά είναι ότι στη Γερμανία υπάρχει η αντίληψη ότι αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τις πράξεις μας κάνουμε το πρώτο βήμα για την αποδοχή της κοινωνίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ