ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗΣ

Ευρωεκλογές – η «παγίδα» του εκλογικού συστήματος: περισσότερες έδρες με λιγότερες ψήφους;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

 Σχετικά με τις επικείμενες Ευρωεκλογές του Μαΐου, απαραίτητη είναι η επισήμανση της πιθανότητας ενός πρωτοφανούς παραδόξου: ένα κόμμα να λάβει μία έδρα περισσότερη από όσες τα αμέσως ισχυρότερά του σε εκλογική δύναμη (βλ. επίσης Κ. Ζούλας, «Το Παράδοξο των Ευρωεκλογών», 22.12.2013). Διάχυτη είναι η εντύπωση ότι ο μηχανισμός της κατανομής των εδρών για την Ευρωβουλή ακολουθεί την τυπική μορφή της Αναλογικής των Υπολοίπων (μέθοδος Hamilton ή Hare-Niemeyer), που κατά μία έννοια θεωρείται και το ιδεότυπο της «Απλής Αναλογικής». Σύμφωνα με αυτήν, οι έδρες αρχικά κατανέμονται στους συνδυασμούς με το πλήρες εκλογικό μέτρο (Φάση Α’), το οποίο υπολογίζεται από το πηλίκο του συνόλου των ψήφων διά του συνόλου των εδρών. Στη συνέχεια, οι αδιάθετες έδρες παραχωρούνται ανά μία, με κριτήριο τα ισχυρότερα Υπόλοιπα - αχρησιμοποίητες ψήφους (Φάση Γ’).

 Ο εφαρμοζόμενος όμως εκλογικός νόμος (Ν. 1180/1981) εξαρχής συμπεριέλαβε και μία ενδιάμεση κατανομή (Φάση Β’) με βάση τα Υπόλοιπα της Φάσης Α’, όπου το εκλογικό μέτρο υπολογίζεται με τη «ρήτρα του +1» (και επί των αδιάθετων πλέον εδρών). Αυτή η – κατά τα άλλα αναιτιολόγητη – διάταξη, θα μπορούσε να ερμηνευθεί μόνο ως ένα είδος 2ης ευκαιρίας προς εκείνους τους εκλογικούς σχηματισμούς που για ελάχιστες ψήφους δεν κατάφεραν να κερδίσουν μία επιπλέον έδρα από την Φάση Α’. Μέχρι στιγμής πάντως δεν έχει επιφέρει καμία αλλαγή στα αποτελέσματα.

 Η παραπάνω διαδικασία παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτη μέχρι σήμερα. Μοναδική μεταβολή της συνιστά η προσθήκη του ορίου του 3% (Ν.2196/1994), στο τέλος του προηγούμενου νομικού κειμένου, έτσι ώστε οι ψήφοι των κομμάτων που δεν ξεπερνούν το όριο («ΛΟΙΠΩΝ») να λαμβάνονται μεν υπόψη στους υπολογισμούς, χωρίς όμως αυτά να δικαιούνται εκπροσώπησης. Παράλληλα, ενώπιον του κινδύνου να μην αποδοθούν όλες οι έδρες (λόγω του 3%), προστέθηκε και μία νέα Φάση Δ’, σύμφωνα με την οποία οι τυχόν εναπομείνασες αδιάθετες έδρες παραχωρούνται ανά μία, εκ νέου με βάση τα ισχυρότερα Υπόλοιπα της Φάσης Α’. Βεβαίως, η πρόβλεψη της συμπληρωματικής αυτής κατανομής ήταν μέχρι τώρα άνευ πρακτικής σημασίας, καθώς η προσκύρωση των εδρών ολοκληρωνόταν κάθε φορά στη Φάση Γ’.

Ωστόσο, με τα νέα δεδομένα του κατακερματισμένου εκλογικού τοπίου, όπου τα ΛΟΙΠΑ κόμματα είναι δυνατόν να κινηθούν σε επίπεδα αθροιστικής δύναμης της τάξης του 20% (είχαν φτάσει μέχρι 10,4% το 1999), μπορεί η Φάση Γ’ να μην επαρκεί για την πλήρη κατανομή των αυξανόμενων πλέον αδιάθετων εδρών, ενεργοποιώντας για πρώτη φορά και το μηχανισμό της Φάσης Δ’. Και αν μέχρι αυτού του σημείου ο εκλογικός νομοθέτης φάνηκε προνοητικός, από την άλλη πλευρά ελλοχεύει ο κίνδυνος ενός πρωτοφανούς παραδόξου: ένα κόμμα να λάβει μία έδρα περισσότερη από όσες τα αμέσως ισχυρότερά του σε εκλογική δύναμη, γεγονός που μεταστρέφει τους συσχετισμούς ψήφων-εδρών μεταξύ των μικρών κομμάτων ή ακόμα και μεταξύ 1ου – 2ου (Παραδείγματα 1 και 2). Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί αν οι αδιάθετες έδρες είναι τουλάχιστον 2 περισσότερες από όσα τα υπό εκπροσώπηση κόμματα (στα Παραδείγματα: 9 έδρες για 7 κόμματα). Και με αναγκαία συνθήκη το αχρησιμοποίητο Υπόλοιπο ενός εξ’ αυτών να είναι τόσο ισχυρό (να υπολείπεται τόσο ελάχιστα του μέτρου της), ώστε όχι απλώς να του δίνει προβάδισμα για τις τελικές έδρες της Φάσης Δ’, αλλά να του αποδίδει και μία έδρα από την ενδιάμεση (και προβληματική) Φάση Β’, καλύπτοντας έστω οριακά και το δικό της εκλογικό μέτρο. Σε αυτήν την περίπτωση, το εν λόγω κόμμα λαμβάνει συνολικά 3 αδιάθετες έδρες (από τις Φάσεις Β’,Γ’ και Δ’), έναντι μόνο 1 των αμέσως ισχυρότερών του σε δύναμη σχηματισμών. 


 

 Μία τέτοια ανωμαλία διαταράσσει όχι απλώς την «ορθολογική» κατανομή των εδρών, αλλά και την ίδια την έννοια της αναλογικότητας (και της θεωρητικά σχεδόν ταυτόσημης αρχής της ισότητας της ψήφου), ανατρέποντας σε επίπεδο εκπροσώπησης τη διάταξη των εκλογικών δυνάμεων – ενδεχόμενο που κατεξοχήν συνδέεται με την εφαρμογή του Πλειοψηφικού. Μάλιστα, όσο λιγότεροι είναι οι συνδυασμοί που ξεπερνούν το 3%, όχι απλώς η πιθανότητα για ένα τέτοιο παράδοξο ενισχύεται (ακόμα και για χαμηλότερα ποσοστά των ΛΟΙΠΩΝ), αλλά επιπλέον ανακύπτει και το ακραίο ενδεχόμενο να μην επαρκέσει ούτε η Φάση Δ’ για την πλήρη προσκύρωση των εδρών.

 Φαίνεται δηλαδή ότι η ριζική μεταβολή των εκλογικών συσχετισμών τα τελευταία χρόνια είναι δυνατό να αναδείξει και στο πεδίο των Ευρωεκλογών τις δυσλειτουργίες ή τις εν δυνάμει παρενέργειες της εκλογικής νομοθεσίας, όπως ήδη συνέβη (σε τοπικό και εθνικό επίπεδο) και στις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012. Εντούτοις, οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις – αγνοώντας τις λεπτές αποχρώσεις και τις «παγίδες» των εκλογικών μαθηματικών – εξακολουθούν να περιορίζουν τις όποιες πρωτοβουλίες τους για αναθεώρηση των εκλογικών συστημάτων, σε τροποποιήσεις που κινούνται αυστηρά στο στενό χώρο των μικροκομματικών σκοπιμοτήτων.

Παναγιώτης Κουστένης, Δρ. Πολιτικής Επιστήμης

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ