ΚΟΣΜΟΣ

ΗΠΑ και Ευρώπη προσβλέπουν σε αλλαγή ηγεσίας

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με προσοχή τις πιο σημαντικές και καθοριστικές για το μέλλον δημοτικές εκλογές των τελευταίων ετών που διεξάγονται σήμερα στην Τουρκία. Ερχονται ως επιστέγασμα μιας πολυτάραχης χρονιάς, όπου για πρώτη φορά αμφισβητείται έντονα η πολιτική παντοδυναμία του Ταγίπ Ερντογάν, ενώ νέα διάσταση έχει δώσει στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο βλέπουν οι ξένοι τον Τούρκο πρωθυπουργό, η ιδιότυπη προσωπική εκστρατεία του τελευταίου κατά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Το βέβαιο είναι πως ο Ερντογάν έχει κουράσει τη Δύση με την απρόβλεπτη συμπεριφορά του. Ιδιαίτερα ενοχλημένες εμφανίζονται οι ΗΠΑ που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο του Τούρκου πρωθυπουργού, ο οποίος κατά την προσφιλή του τακτική έχει επανειλημμένα προσφύγει σε θεωρίες συνωμοσίας, αποδίδοντας σε «αμερικανικό δάκτυλο» τη σύγκρουσή του με τον Φετουλάχ Γκιουλέν και τους υποστηρικτές του. Παρά την κατευναστική προσωπική διαμεσολάβηση του Μπαράκ Ομπάμα, οι συγκρουσιακές σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ δεν δείχνουν σημάδια εξομάλυνσης, ενώ η εξωτερική πολιτική του Αχμέτ Νταβούτογλου μάλλον δεν έχει διασφαλίσει την απουσία προβλημάτων με τις χώρες της περιοχής. Επιπροσθέτως, κινήσεις όπως η κατ’ αρχήν επιλογή της Αγκυρας να αγοράσει κινεζικά αντιπυραυλικά συστήματα, αλλά και οι αναφορές Ερντογάν στο ενδεχόμενο ένταξης στην ομάδα των «Πέντε της Σαγκάης», έχουν προκαλέσει έντονη δυσφορία στους κόλπους του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε.

Οποια και αν είναι η εξέλιξη, είναι προφανές ότι η γεωπολιτική θέση της Τουρκίας και η μετεξέλιξή της σε ενεργειακό κόμβο, θα τη διατηρήσουν στο προσκήνιο. Ομως, αυτό δεν ισχύει απαραίτητα και για τον ίδιο τον Ερντογάν τον οποίο η Δύση αρχικά έβλεπε ως ηγέτη-πρότυπο μιας δημοκρατίας με μουσουλμανικό πληθυσμό που θα μπορούσε να επηρεάσει τον ισλαμικό κόσμο προς τη μετριοπάθεια, αλλά στην πορεία η εικόνα αυτή ανετράπη. Ο εγωκεντρισμός, η επιθετική ρητορική και τα συχνά αψυχολόγητα ξεσπάσματα του Τούρκου πρωθυπουργού (σε ανοιχτή συζήτηση πριν από τρία χρόνια στο Νταβός είχε κινηθεί σχεδόν απειλητικά κατά του Ισραηλινού προέδρου, Σιμόν Πέρες) έχουν οδηγήσει Αμερικανούς και Ευρωπαίους να προσβλέπουν σε αλλαγή ηγεσίας στην Αγκυρα.

Με δεδομένο ότι, προς το παρόν, δεν διαφαίνονται στην κεμαλική αντιπολίτευση και το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό κόμμα, τα στοιχεία -ηγεσία, στελέχη, λαϊκή απήχηση- που να καθιστούν δυνατή την προοπτική ανάληψης της εξουσίας, οι δυτικοί εστιάζουν την προσοχή τους στους κόλπους του ΑΚΡ όπου ξεχωρίζει η μετριοπαθής παρουσία του προέδρου Αμπντουλάχ Γκιουλ. Δεν διαφεύγει, δε, της προσοχής, το γεγονός ότι ο τελευταίος είναι συνιδρυτής, μαζί με τον Ερντογάν, του κυβερνώντος κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, ενώ έχει διατελέσει εκτός από υπουργός Εξωτερικών, και πρωθυπουργός.

Η οικονομία

Το αρνητικό για τον νυν πρωθυπουργό παζλ συμπληρώνει η πορεία της οικονομίας που από πλεονέκτημα καθίσταται πλέον μειονέκτημα. Tο αισιόδοξο αφήγημα της αλματώδους οικονομικής ανάπτυξης και της πολιτικής σταθερότητας δέχεται για πρώτη φορά συνεχή πλήγματα. Η εκτεταμένη διαφθορά, που «αγγίζει» τον ίδιο τον πρωθυπουργό και την οικογένειά του, και οι αποκαλύψεις σκανδάλων οδηγούν τους διεθνείς τραπεζικούς και επενδυτικούς κύκλους να τηρούν αποστάσεις από την τουρκική οικονομία στην οποία δεν διοχετεύουν πλέον κεφάλαια και δεν επενδύουν καθώς, σε αντίθεση με το πρόσφατο παρελθόν, δεν τη βλέπουν ως μια από τις δυναμικότερες του κόσμου. Η εμπιστοσύνη και οι θετικές προβλέψεις αντικαθίστανται από έντονο προβληματισμό. Οπως τόνισε πρόσφατα στην «Κ» Αμερικανός αξιωματούχος στην Κωνσταντινούπολη, το «κλειδί για τον Ερντογάν είναι η οικονομία και, όπως βλέπετε, αυτή καταρρέει».

Από την άλλη, αποτελεί ένδειξη της ωρίμανσης της δημοκρατίας στην Τουρκία το γεγονός ότι σε άλλες εποχές τα όσα συμβαίνουν τους τελευταίους μήνες θα είχαν προκαλέσει στρατιωτικό πραξικόπημα. Αντίθετα, σήμερα, έπειτα από 11 χρόνια διακυβέρνησης της χώρας από ένα κόμμα, το οποίο συγκρούσθηκε μάλιστα με τις ένοπλες δυνάμεις, δεν διαφαίνεται τέτοια προοπτική. Και αυτό ερμηνεύεται από τα δημοκρατικά κράτη-μέλη της ευρωατλαντικής οικογένειας ως θετική και ευπρόσδεκτη εξέλιξη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ