Όλγα Σελλά ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ

Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά...

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΚΕΨΕΙΣ

Ηρθαν σχεδόν όλες. Αφησαν για λίγο στην άκρη τις καθημερινές υποχρεώσεις τους, κατάπιαν την αμηχανία, ίσως και την αγωνία, και έφτασαν ένα προηγούμενο σαββατιάτικο μεσημέρι στο καφέ ενός αθηναϊκού δήμου, στην Ηλιούπολη. Ολες, μια που επρόκειτο για μια συνάντηση «επανένωσης» (έτσι δεν μεταφράζεται το reunion;) μαθητριών που αποφοίτησαν το 1980. Τότε, βλέπετε, ήταν θηλέων και αρρένων τα γυμνάσια και τα λύκεια! Οι περισσότερες είχαν να ιδωθούν από τότε. Τριάντα τέσσερα χρόνια...

Κάποιες κοιτάζονταν αμήχανα: «Αναγνωρίζω το βλέμμα και τα μάτια, αλλά δεν θυμάμαι το όνομά σου», ήταν η φράση που ακούστηκε περισσότερο. Και συστήνονταν, γυναίκες ώριμες πλέον, που είχαν περάσει αρκετά χρόνια στην ίδια τάξη. Ή «Δεν έχεις αλλάξει καθόλου!», ακουγόταν στην αναπάντεχη αναγνώριση! Επιστρατεύτηκαν φωτογραφίες, παλιά λευκώματα -ενθύμιο πλέον, με γραμμένες πάνω του ευχές, εκείνες τις κοριτσίστικες, τις ρομαντικές, τις ονειροπόλες-, ακόμα και σχολικοί γιακάδες (ναι, τότε φορούσαμε και άσπρο γιακά στη σχολική μπλε ποδιά).

Είναι περίεργες και ζόρικες, καμιά φορά, αυτές οι «επανενώσεις». Ιδίως όταν τα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει είναι κάμποσα... Ερχεται κανείς, αναγκαστικά, αντιμέτωπος με ό,τι ήταν, ό,τι έκανε και ό,τι ίσως θα ήθελε να κάνει και δεν το έκανε. Εχει ξανά δίπλα του την ομάδα που ήταν μαζί στην εκκίνηση προς την ενήλικη διαδρομή, και εκτός από τις αναμνήσεις του τότε, μπροστά σου έρχονται και τα επιτεύγματα του σήμερα. Και βέβαια ένα μικρό μόνο κομματάκι, μία ψηφίδα, από τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία και το πώς εξελίχθηκε αυτό το διάστημα: την καθολική σχεδόν επαγγελματική ενασχόληση των γυναικών. Τα αρκετά διαζύγια της νεοελληνικής κοινωνίας. Τις μόνες γυναίκες που παλεύουν σκληρά, οι οποίες ζηλεύουν ίσως εκείνες που έκαναν οικογένεια, κι εκείνες πάλι ζηλεύουν (ίσως) εκείνες που είναι ανεξάρτητες και απελευθερωμένες από υποχρεώσεις οικογενειακές.

Ηταν μια αναμέτρηση και με τις αναμνήσεις και με τη σημερινή πραγματικότητα. Ξανακοιτάς, κατάματα, τα μάτια που κάθονταν σε διπλανά θρανία τα χρόνια που τα όνειρα πρωταγωνιστούσαν. Ξανακοιτάς κατάματα και μερικούς από τους καθηγητές εκείνων των χρόνων, ίδιοι και διαφορετικοί και αυτοί, σε αναμέτρηση με τις δικές τους αναμνήσεις και συγκινήσεις.

Την αρχική αμηχανία διαδέχθηκαν οι αγκαλιές, τα φιλιά, οι ερωτήσεις. Οι πληροφορίες για μια διαδρομή 34 χρόνων έπρεπε να χωρέσουν σε λίγες ώρες. Και καμιά δεν έφευγε... Εμειναν για ώρες σε πηγαδάκια και παρέες όπως τότε.

Κάποιες θα ξαναβρεθούν, έπειτα από χρόνια, θα επανασυνδεθούν πράγματι. Κάποιες άλλες θα ξαναχαθούν μέχρι το επόμενο reunion. Μέχρι τότε οι στίχοι του Μιχ. Γκανά τα λένε όλα: «Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια / που θυμάσαι και θυμάμαι / (...) Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια / μόνο τρόπο να κοιτάνε...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ