ΒΙΒΛΙΟ

Οι πολιτικές παράμετροι της φτώχειας

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου.

DARON AGEMOGLU - JAMES Α. ROBINSON
Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη
μετ.: Αγγελος Φιλιππάτος
εκδ. Λιβάνης, 2013, σελ. 522

Διακόσια πενήντα περίπου χρόνια μετά τη δημοσίευση του «Πλούτου των Εθνών», τα ίδια βασικά ερωτήματα, όπως είχαν τεθεί από τον Ανταμ Σμιθ επανέρχονται ξανά και ξανά: γιατί κάποιες χώρες είναι φτωχές, γιατί άλλες χώρες είναι πλούσιες; Λόγου χάρη, οι διαφορές ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Μεξικό είναι μικρές σε σχέση με αυτές που συναντώνται σε παγκόσμια κλίμακα. «Ο μέσος πολίτης των ΗΠΑ είναι επτά φορές πλουσιότερος από τον μέσο Μεξικανό και πάνω από δέκα φορές από τον μέσο κάτοικο του Περού ή της Κεντρικής Αμερικής. Είναι είκοσι φορές πλουσιότερος από τον μέσο κάτοικο της υποσαχάριας Αφρικής και σχεδόν σαράντα φορές πλουσιότερος από τους κατοίκους των φτωχότερων αφρικανικών χωρών, όπως το Μάλι, η Αιθιοπία και η Σιέρα Λεόνε, κ.λπ.». Βέβαια, τα στοιχεία που διαμορφώνουν το παζλ της οικονομίας του πλανήτη είναι βαθύτερα σήμερα και διαφορετικά από την εποχή του Σμιθ. Οι οικονομολόγοι Νταρόν Ατσέμογλου και Τζιμ Ρόμπινσον (ο πρώτος στο MIT και ο δεύτερος στο Χάρβαρντ) κατασκεύασαν μια πολιτική και συνάμα οικονομική θεωρία ερμηνείας των μεγάλων διαφορών ως προς τη φτώχεια, την ευημερία και τις μορφές οικονομικής μεγέθυνσης. Παρακάμπτοντας τις κλασικές ντετερμινιστικές θεωρίες, όπως αυτές της γεωγραφικής θέσης που υποστηρίχθηκε με παραλλαγές από τον Μοντεσκιέ ή τον Τζάρεντ Ντάιαμοντ έως τον Τζέφρι Σακς, της πολιτισμικής υπόθεσης του Βέμπερ ή του Λάντες, ή της υπόθεσης της άγνοιας –που υποστηρίζει ότι η παγκόσμια ανισότητα υπάρχει επειδή οι λαοί ή οι κυβερνήσεις τους δεν γνωρίζουν πώς να μετατρέψουν μια φτωχή χώρα σε πλούσια–, οι Ατσέμογλου-Ρόμπινσον διατυπώνουν μια φιλόδοξη θεωρία στην οποία αντί τα φτωχά έθνη να εστιαστούν στο «να κάνουν το σωστό» προκειμένου να γίνουν πλούσια, να ερμηνεύει πρώτα τον λόγο για τον οποίο τα φτωχά έθνη «κάνουν λάθη». Αποδεικνύουν ότι οι φτωχές χώρες είναι φτωχές επειδή οι επιλογές αυτών που κατέχουν την εξουσία γεννούν τη φτώχεια.

Στο υπόδειγμα των Ατσέμογλου-Ρόμπινσον η πολιτική ελίτ μπορεί να μπλοκάρει την τεχνολογική και θεσμική ανάπτυξη, φοβούμενη το «αποτέλεσμα πολιτικής αντικατάστασης» (political replacement effect). Συχνά, οι «ανοιχτοί πολιτικοί θεσμοί» που εγκαινιάζουν την απαρχή και την εδραίωση ενός «ενάρετου κύκλου ανάπτυξης και συλλογικής ευημερίας» υπονομεύουν το πλεονέκτημα των ελίτ να παραμείνουν στην εξουσία, αυξάνοντας την πιθανότητα αντικατάστασής τους. Οι πολιτικές ελίτ είναι απρόθυμες να ευνοήσουν θεσμικές αλλαγές, μεταρρυθμίσεις και καινοτομίες μπλοκάροντας την ανάπτυξη. Οι ελίτ δεν μπορούν να εμποδίσουν την ανάπτυξη, όταν υπάρχει υψηλός βαθμός δημοκρατικού πολιτικού ανταγωνισμού ή όταν οι ανοιχτοί πολιτικοί θεσμοί είναι σαφώς εδραιωμένοι. Αντίθετα, η ανάπτυξη εμποδίζεται όταν ο πολιτικός ανταγωνισμός είναι περιορισμένος και όταν η εξουσία των ελίτ απειλείται: κυριαρχεί ένας φαύλος κύκλος εκμεταλλευτικών θεσμών, διαφθοράς των συστημάτων, μονοπώλησης της εξουσίας από την κλειστή ελίτ, καταπίεσης, κακής παιδείας, απουσία πολιτικών δικαιωμάτων, έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης κ.λπ., που ανατροφοδοτεί τη φτώχεια.

To κορυφαίο ερώτημα

Οι Ατσέμογλου-Ρόμπινσον, με ήρωα του βιβλίου τους την Αγγλία από την εποχή της Ενδοξης Επανάστασης του 1688 –μια πρωτοπόρο χώρα χωρίς καταστάσεις αποκλεισμών, μια χώρα που προετοίμασε το έδαφος για τις βιομηχανικές επαναστάσεις με συμμετοχικούς πολιτικούς θεσμούς, παράλληλα με την ανάπτυξη μιας ολόκληρης ηθικής φιλοσοφίας, ριζοσπαστισμού και μεταρρυθμίσεων που οραματιζόταν τον πολιτικό και οικονομικό φιλελευθερισμό–, στήνουν μια γοητευτική αφήγηση που έχει τις ρίζες της στον κανόνα της Δύσης (Ευρώπη-ΗΠΑ). Τα στοιχεία τους δείχνουν ότι ο εκδημοκρατισμός έχει σημαντική επίδραση στην οικονομική ανάπτυξη –στον βαθμό που στηρίζει καλύτερα αναγκαίες πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις–, χωρίς όμως να έχει σημαντική επίδραση στη μείωση της ανισότητας. Και, εν πάση περιπτώσει, δέχονται τις επικρίσεις (λόγου χάρη, από τον Νάιαλ Φέργκιουσον) ότι δίνουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή στο ερώτημα γιατί οι φτωχές χώρες παραμένουν φτωχές, και όχι στο ερώτημα γιατί οι πλούσιες χώρες βυθίζονται ξανά στη φτώχεια. Οι όποιες επικρίσεις, ωστόσο, δεν αίρουν τη γόνιμη συμβολή των Ατσέμογλου-Ρόμπινσον στην ερμηνεία της μεγάλης απόκλισης και στη θεραπεία της – ένα θέμα καυτό και επίκαιρο που, ούτως ή άλλως, μένει ανοιχτό στην έρευνα και τον διάλογο.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ