ΒΙΒΛΙΟ

Αντίδωρο στερνού χαιρετισμού

ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ

Ο Νίκος Θέμελης έχει και σε αυτό το βιβλίο του ως πυρήνα τον αγαπημένο καμβά των ιστοριών του: μια περιδιάβαση στην ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους.

Δεν συμβαίνει πολλές φορές να μην μπορείς να ανοίξεις ένα βιβλίο. Συνέβη με το αναπάντεχο γνέψιμο του Νίκου Θέμελη, μέσω ενός βιβλίου που μόνο η σύντροφος της ζωής του, η Μαριάννα, και η επιμελήτρια όλων των βιβλίων του, η Ελένη Μπούρα, γνώριζαν ότι υπήρχε. Ισως και δυο-τρεις ακόμα... Και ξαφνικά, πριν από λίγο διάστημα, ήρθε ένα δελτίο Τύπου που έλεγε για την κυκλοφορία του βιβλίου του Νίκου Θέμελη με τον σπαρακτικό τίτλο «Η αναχώρηση» (εκδόσεις «Μεταίχμιο»). Ηταν το πρώτο από τα βιβλία του που δεν είχε ό,τι ακολουθούσε όλα τα προηγούμενα: δεν είχε αφιέρωση. Δεν είχε ένα απόγευμα με τσάι και κουλουράκια στο σπίτι του στον Χολαργό. Δεν είχε μια συνέντευξη που ποτέ δεν ήταν ίδια με την προηγούμενη, αφού κάθε φορά -off ή on the record- αναλύαμε την τρέχουσα πολιτική κατάσταση. Χωρίς φανατισμούς, χωρίς πικρίες, χωρίς ταμπέλες. Αυτή τη φορά ήταν μόνο ένα λογοτεχνικό κείμενο. Ενας αντιχαιρετισμός.

Πολύ μικρότερο σε έκταση από τα ογκώδη προηγούμενα βιβλία του -τον είχε καταβάλει ήδη η ασθένεια- έχει όμως ως πυρήνα τον αγαπημένο καμβά των ιστοριών του: μια περιδιάβαση στην ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους, εκεί λίγο πριν ή λίγο μετά την Επανάσταση του 1821 -ήξερε πολύ καλά ο Νίκος Θέμελης ότι όλα από εκεί ξεκίνησαν, και τα καλά και τα κακά αυτού του τόπου-, και μετά η συνέχεια εκείνων των ανθρώπων, οι απόγονοι των αρχικών ηρώων και η πορεία τους στο σήμερα. Που άλλες φορές το σήμερα ήταν ο Μεσοπόλεμος, άλλες φορές η Μικρασιατική Καταστροφή, άλλες φορές η μεταπολεμική Ελλάδα και κάποιες φορές το σήμερα...

Το σήμερα, το πολύ σήμερα, το 2009 είναι η απόληξη αυτής της ιστορίας. Οταν ήδη είχαν ξεκινήσει οι κλυδωνισμοί που οδήγησαν την Ελλάδα στη χειρότερη περιπέτειά της μετά τη δεκαετία του ’40. Και μέσω των απογόνων της αρχικής ιστορίας του, ενός πατέρα που θέλει πάντα να τα έχει καλά με την εξουσία, ενός αδελφού που άλλαξε παράταξη το ’89 και του ίδιου -του Λάζαρου, έτσι λέγεται ο ήρωας (σαν ελπίδα και σαν προσευχή η επιλογή του ονόματος)-, ανώτατου δικαστικού, που βλέπει μπροστά στα μάτια του τον τόπο του να αλλάζει και να τον καταλαβαίνει όλο και δυσκολότερα. Τον τόπο και τους ανθρώπους. Αυτός, ο Λάζαρος, έκανε μια καταγραφή της ιστορίας του προγόνου και του τόπου του, θεωρώντας ότι «ήταν μια δίκαιη και ισορροπημένη αναπαράσταση του παρελθόντος, χρήσιμη για όποιον ήθελε κάποτε να ανατρέξει στην εποχή εκείνη και τις ιστορίες των ανθρώπων της, αλλά και του μικρόκοσμού της». Κι όλο αισθάνεται ότι δεν τον χωράει πια αυτός ο τόπος. Κι όλο σχεδιάζει να αναχωρήσει: «Εκείνο το βράδυ των Χριστουγέννων του 2009 ήταν σίγουρος ότι είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου, την απόσταση από το αλλιώς βιωμένο παρελθόν του, πριν βγει στη σύνταξη, για την ακρίβεια είχε πάρει την απόφαση για την αναχώρησή του. [...] “Τώρα, ξένος πια στον τόπο μου τον ίδιο, απόρριμμα της κουλτούρας που κυβερνάει, και πάλι ταξιδεύω, χωρίς κάτι από όλα αυτά που μ’ έσπρωχναν παλιά να είναι φανερό ή τόσο δυνατό για να με καθορίζει. Ταξιδεύω σαν να ’ναι αυτό ένας τρόπος αυτοεξορίας που χτίστηκε, όπως θα έλεγε ο ποιητής, κατά μικρόν και ανεπαισθήτως”», σημειώνει ο Λάζαρος στο σημειωματάριό του. Ο ήρωας του Νίκου Θέμελη βρίσκεται σ’ έναν σταθμό και ετοιμάζεται να αναχωρήσει... «Αναλογίζεται φευγαλέα τη ζωή του. Ομως και πάλι καταλήγει ότι τίποτα δεν μπορεί να χαρίσει ή να αποχωρισθεί, έστω μετανιώνοντας και απορρίπτοντάς τα. Τα πλούτη του ήταν τόσο διαφορετικά και σίγουρα δεν εξαργυρώνονται σε είδος ή δεν ανταλλάσσονται με χρήμα». Είναι η προτελευταία φράση του τελευταίου λογοτεχνικού κειμένου του Νίκου Θέμελη. Ενας αποχαιρετισμός, μια διαθήκη, ένα στήριγμα. Και πάλι. Οπως τα προηγούμενα βιβλία και οι προηγούμενες ιστορίες του...  Τρία σχεδόν χρόνια μετά την πραγματική αναχώρησή του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ