ΒΙΒΛΙΟ

Χαμηλή πτήση

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Οι ιστορικές φυλακές Κονσιερζερί που τώρα είναι μουσείο, στο Παρίσι.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Ο κύριος Γκρι σπάνια διαβάζει ποίηση. Θυμάται όμως με αγάπη τους ποιητές που διάβασε νεότερος. Κάτι έγινε τελευταία και τον τράβηξαν τα ποιήματα μιας νέας Ελληνίδας ποιήτριας. «Ειδικά ένα της ποίημα», μου είπε, «μου θύμισε τον πατέρα μου». Ο κύριος Γκρι δεν μιλάει για τον πατέρα του. Αλλά αυτή η σιωπή εκ μέρους του ξέρω καλά ότι δεν σημαίνει κάτι αρνητικό – το αντίθετο μάλλον.

«Ο πατέρας μου», άρχισε να μου λέει αφού διάβασε το ποίημα, «ήταν ένας πράος άνθρωπος που πίστευε πως όσο λιγότερο δείχνεις αυτό που είσαι, τόσο περισσότερο είσαι αυτό που είσαι. Δεν έβγαλε πολλά χρήματα στη ζωή του, δεν υπήρξε αυτό που λέμε “επιτυχημένος”, όμως ήταν ο πατέρας μου και ήταν εκεί. Ηταν επίσης ο άνθρωπος που μου γνώρισε την Ευρώπη. Το θυμάμαι κάθε φορά που έχουμε ευρωεκλογές, όπως τώρα. Ταξίδευε στην Ευρώπη για τις δουλειές του. Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 θα θυμάσαι πως η έννοια “Ευρώπη” ήταν ακόμα πιο εξωτική, μακρινή. Με τον πατέρα μου περπάτησα για πρώτη φορά στη γειτονιά των “κόκκινων φαναριών” του Αμστερνταμ, όπου και οι περίφημες “βιτρίνες”. Στο Παρίσι, με πήγε στις ιστορικές φυλακές Κονσιερζερί, που είναι πια μουσείο. Εκεί φυλάκιζαν τους ευγενείς που προόριζαν για τη λαιμητόμο. Εχει ένα μικρό δωματιάκι όπου πέρασε τις τελευταίες της ώρες η Μαρία Αντουανέτα. Σε έναν τοίχο έχουν αναρτήσει τα χιλιάδες ονόματα όσων καρατομήθηκαν την περίοδο της Τρομοκρατίας. Από εκεί πέρασε ο ποιητής Αντρέ Σενιέ, που τον έκανε όπερα μετά ο Τζορντάνο. Νομίζω από εκεί πέρασαν ο Σεν Ζιστ και ο Ροβεσπιέρος, αν και για τον τελευταίο δεν είμαι βέβαιος, καθώς είχαν προηγηθεί διάφορα βίαια επεισόδια πριν από την εκτέλεσή του.

»Ο πατέρας μου με πήρε από το χέρι και περάσαμε στο προαύλιο απ’ όπου ξεκινούσε το κάρο με τους μελλοθανάτους. Βγήκαμε έξω, στις όχθες του Σηκουάνα, και καταλήξαμε με τα πόδια στην περίφημη πλατεία Ομονοίας, με τον επιβλητικό οβελίσκο. Οπως μου έλεγε, εκεί είχε στηθεί για μεγάλο διάστημα η γκιλοτίνα. Αν δεν κάνω λάθος, στο σημείο αυτό εκτελέστηκε τον Ιανουάριο του 1793 ο Λουδοβίκος ο 16ος. Εχω ακόμα φωτογραφία του πατέρα μου στημένου μπροστά στον οβελίσκο. Να χαμογελάει με νόημα. Επίσης, σε εκείνο το ταξίδι, χάρη στον πατέρα μου, δοκίμασα για πρώτη φορά κρεμμυδόσουπα – με λιωμένο τυρί και κρουτόν. Πίστευα πως δεν θα μου άρεσε, γκρίνιαζα αλλά εκείνος επέμενε. Καταβρόχθιζα την καυτή κρεμμυδόσουπα κάνοντας βούτες με μπαγκέτες και ο πατέρας μου, πίνοντας κόκκινο κρασί, μου μιλούσε για τη Γαλλική Επανάσταση. “Μη σε τρομάζει η γκιλοτίνα”, μου έλεγε. “Με εξαίρεση την Αμερικανική Επανάσταση, ίσως να μην υπάρχει τίποτα πιο συναρπαστικό, πιο συγκινητικό, πιο βίαιο, πιο κοσμογονικό για όλο τον δυτικό κόσμο από τη Γαλλική Επανάσταση” και “η κρεμμυδόσουπα είναι πολιτισμός”. Είδες, θυμάμαι περισσότερο τον Μιραμπό και τον Κάμιλο Ντεμουλέν παρά τις γυμνές γυναίκες του Αμστερνταμ.

»Οταν ο πατέρας μου αρρώστησε και άρχισα να τον πηγαίνω στο νοσοκομείο, συχνά ανατρέχαμε σε εκείνο το Παρίσι των λίγων, βροχερών ημερών που περάσαμε μαζί. Φοβόταν τον θάνατο. Δεν ήθελε να πεθάνει. Μπορεί η ζωή να ήταν για εκείνον μια χαμηλή πτήση, όμως την απολάμβανε.

»Και ορίστε τώρα, έπεσα πάνω σε ένα άτιτλο, εξαιρετικό ποίημα που μου τον θύμισε. Είναι της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη και βρίσκεται στη σελίδα 61 της συλλογής “Αστικά ερείπια”, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις. Προτού σ’ το διαβάσω, σου λέω από τώρα τη μουσική υπόκρουση της ημέρας: “Σιωπή” (Silence), από την κινηματογραφική μουσική που έγραψε το 1998 ο Χανς Τσίμερ (Hans Zimmer) για τη “Λεπτή κόκκινη γραμμή”, την ταινία του Τέρενς Μάλικ:

»“Κάτω από τα λευκά φώτα/ ένας πατέρας κάθεται ήσυχα/ και περιμένει.// Στο χέρι του μια πεταλούδα./ Ο γιος τον ακουμπά στον ώμο. Χωρίς λέξη/ γνέφουν τα κεφάλια τους,/ Από εδώ, εννοεί ο γιος, συγκατανεύει ο πατέρας// και σηκώνεται. Προχωρούν/ προς το θάλαμο εξετάσεων./ Σκηνή δίχως ήχους.// Η πιο απλή χειρονομία/ βάλσαμο/ στη μάχη της ζωής”».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ