ΒΙΒΛΙΟ

Ιστορίες αφιερωμένες στο πάθος

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
Η εξαίσια γυναίκα και τα ψάρια
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 160

Ε​​ρωτόπληκτοι άντρες ισορροπούν στο χείλος της παραφροσύνης, παλεύοντας να εξημερώσουν τον πόνο της απώλειας της αγαπημένης. Αλλοι μηχανεύονται νοσηρές όσο και φαιδρές πράξεις εκδίκησης μόνο για να επιδεινώσουν το αίσθημα της ταπείνωσής τους. Αλλοι καταδαπανώνται σε ρομαντικές χειρονομίες, που μένουν αδικαίωτες. Αλλοι, πάλι, υποφέρουν σπαρακτικά, θρηνώντας μαζί με τη φευγάτη ερωμένη και τον μαρασμό της σάρκας. Ο Ανδρέας Μήτσου διαμοιράζει, όπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο, μια μυθοπλασία σε είκοσι διηγήματα, που εξιστορούν τον ερωτικό καημό ενός ηλικιωμένου άνδρα, ο οποίος βασανίζεται από την επιθυμία για μια νεότερη γυναίκα. Στις διαδοχικές μεταμορφώσεις της ανδρικής μορφής διατηρείται σταθερό το στοιχείο του παραλόγου, είτε σαν λυτρωτική διαφυγή είτε σαν ξέσπασμα μιας αβάσταχτης οδύνης. Και σε αυτό τον παραλογισμό, που ποτέ δεν καταντά εξωφρενικός, οφείλεται η γοητεία των περισσότερων διηγημάτων.

Σε ένα από τα καλύτερα πεζά («Το πιο βολικό ψέμα») αποτυπώνεται το αλλόκοτο ειδύλλιο του ήρωα με μια γαλανομάτα γίδα ή, αλλιώς, η τυφλότητα της έλξης. «Καταβυθιζόμενος στο βλέμμα της τον παρέλυε μια πρωτόγνωρη συγκίνηση και δεν τον ανησυχούσε καθόλου η ερωτοτροπία με την τρέλα, καθώς του αρκούσε να απολαμβάνει μόνος τον κόσμο σ’ άλλο χρώμα». Μια περίεργη ζωολογία συναντάμε σε αρκετά κείμενα του βιβλίου, όπου διάφορα ζώα καλούνται να πληρώσουν το κενό της ερωτικής απώλειας, ενίοτε και με τη θυσία τους. Μια χελώνα γίνεται παρανάλωμα επειδή το όνομα της ακατονόμαστης στο καύκαλό της διεγείρει τη μνήμη του εμπρηστή της, αναζωπυρώνοντας αισθήματα, που είχαν γίνει στάχτη και, παρ’ όλα αυτά, τον ζεματούσαν ακόμα. Συναφής η ερωτική παθολογία στο διήγημα «Φτηνό τίμημα», όπου ο ήρωας την ύστατη ώρα μετατρέπει την αυτοκτονία του σε δολοφονία. Αν ο έρωτάς του είχε πνίξει σαν θηλιά την αγαπημένη του, θεωρεί δίκαιο να ολοκληρώσει τον πνιγμό κυριολεκτικά, περνώντας τη θηλιά, που προόριζε για τον εαυτό του, στον λαιμό του σκυλιού, που εκείνη του είχε χαρίσει τον πρώτο χρόνο της χαράς. Από την άλλη, η γυναίκα του ομότιτλου διηγήματος εκδικείται εν αγνοία της τον εραστή της σαγηνεύοντάς τον με την υπέροχη, πλην όμως, όζουσα σάρκα της, που μαραίνει τον πόθο.

Αλλού το ενθύμιο μιας αγαπημένης ματώνει τα δάχτυλα του πρώην συντρόφου της, καταδικάζοντάς τον σε μια αναπηρία, που παίρνει απρόσμενες διαστάσεις. Εξίσου τραυματικός αποδείχτηκε ο χωρισμός για έναν άλλο, ο οποίος μόλις δύο ημέρες μετά τη φυγή της ένιωθε το σώμα του να εξατμίζεται, να σβήνεται. Ενας άλλος, συλλογιζόμενος τη φθορά του κορμιού σε συνάρτηση με το ανεξημέρωτο αντικείμενο του πόθου, καταλήγει πως ο χρόνος είναι που μαυλίζει τα άγρια θηρία της επιθυμίας. «Γιατί μυρίζει ο χρόνος, αίμα».

Ο Ανδρέας Μήτσου περιβάλλει τα κοινότοπα δράματα της σάρκας με ένα μυστήριο, που δείχνει απειλητικό έως και εφιαλτικό. Η παραδοξότητα των διηγημάτων και το λοξό βλέμμα των ηρώων πάνω σε μια πραγματικότητα μετά βίας ανεκτή, υποδηλώνουν πως κάτω από την επίφαση της ιλαρότητας σοβεί η απόγνωση. Οι ήρωες βρίσκουν καταφύγιο στα ξεγελάσματα του μυαλού, σε μύχιους κόσμους, καθώς ξέρουν πως αν ανοίξουν τα μάτια θα δουν γύρω τους γκρεμούς.

Σε μια συλλογή, όπου η προσεκτική αρμολόγηση των επιμέρους διηγημάτων καταδεικνύει τους μυθοπλαστικούς τους δεσμούς, φαίνονται παράταιρα τα τέσσερα τελευταία πεζά. Στα δύο πρώτα ο αφηγητής αναθυμάται τη νεκρή μητέρα του με τον μεταφυσικό τρόμο του δικού του τέλους, ενώ τα άλλα δύο μεταφέρουν αλληγορικά τη διχοστασία του μεταξύ ζωής και γραφής. Ισως, όμως, τα σεντόνια ενός κρεβατιού, που γίνονται στυπόχαρτα για να ρουφήξουν το μελάνι που διαρρέει το κορμί κάθε συγγραφέα, να είναι το ενδεδειγμένο κλείσιμο για ένα βιβλίο αφιερωμένο στο πάθος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ