Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Στον ανήφορο των φόρων και του χρέους

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Είναι πάρα πολλοί αυτοί που δεν αντέχουν πια τα βάρη της εφορίας, των ταμείων και των δανειακών υποχρεώσεων. Αυτό το πρόβλημα καταστρέφει ζωές, υποσκάπτει την κοινωνία και την οικονομία και θα καθορίσει τις πολιτικές εξελίξεις. Οσο σημαντικό και αν είναι το εξωτερικό χρέος, άλλο τόσο είναι αυτό που διαμορφώνει την κοινωνία μας και που επηρεάζει την ποιότητα της ζωής μας και την προοπτική της χώρας. Επείγει να βρεθούν λύσεις που θα είναι αποτελεσματικές και δίκαιες, που θα θεσπιστούν ως απαράβατοι κανόνες.

Περίπου 2,5 εκατ. πολίτες αδυνατούν να πληρώσουν τους φόρους τους. Μόνο το πρώτο τετράμηνο του 2014, οι νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο ανήλθαν σε 4,3 δισ. ευρώ (ήτοι 1.075 δισ. τον μήνα). Στην αρχή του έτους, οι παλιές οφειλές ανέρχονταν σε 61,64 δισ. ευρώ - και είναι προφανές ότι το μεγαλύτερο μέρος δεν πρόκειται να εισπραχθεί. Αντί να υπάρχει λύση μέσω μιας πάγιας ρύθμισης, η ισχύουσα είναι τόσο σκληρή και έχει τόσο υψηλό επιτόκιο που ελάχιστοι οφειλέτες έχουν υπαχθεί σε αυτήν. Με το σύνολο των οφειλών να φθάνει στα 65,9 δισ. ευρώ, έως τα τέλη Απριλίου είχαν εισπραχθεί 1,134 δισ. ευρώ, ενώ διεγράφησαν οφειλές ύψους 233 εκατ. ευρώ.

Στα ασφαλιστικά Ταμεία η κατάσταση είναι εξίσου ζοφερή. Στο ΙΚΑ μόνο οι βεβαιωμένες οφειλές ανέρχονται στο ποσό των 5 δισ. ευρώ, και μόλις 11.500 από τους 300.000 ενταγμένους σε μια από τις ρυθμίσεις εξυπηρετούν κανονικά τις δόσεις τους. Ο Οργανισμός Ασφάλισης των Ελεύθερων Επαγγελματιών (το πρώην ΤΕΒΕ) δεν θα μπορέσει να καταβάλει συντάξεις από τον Σεπτέμβριο εάν δεν προικοδοτηθεί με τουλάχιστον 400 εκατ. ευρώ. Οπως σημείωσε η «Κ» την περασμένη Παρασκευή (σε ρεπορτάζ της Χριστίνας Κοψίνη), ούτε στο υπουργείο Εργασίας ούτε σε επίπεδο Ταμείων γίνεται συγκροτημένη συζήτηση για αλλαγές στη ρύθμιση οφειλών - σε ένα σύστημα που προφανώς δεν λειτουργεί.

Στις τράπεζες, ο δείκτης των δανείων σε καθυστέρηση παραμένει υψηλός, παρότι ο ρυθμός αύξησής του μειώνεται τους τελευταίους μήνες. Τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου έδειξαν ότι στην Εθνική ο δείκτης ήταν στο 23% (από 22,5% στο τέλος του 2013). Στη Eurobank ήταν 30,9% (από 29,4%), στην Alpha 33,3% (από 32,7%) και στην Πειραιώς 37,9%. Στο εμπορικό κέντρο της Αθήνας, τον Μάρτιο το ποσοστό των κλειστών καταστημάτων ήταν 31,2%, μια μικρή μείωση από το 32,4% που καταγράφηκε τον Σεπτέμβριο του 2013. Η αγορά κατοικίας, επίσης, παραμένει παγωμένη. Πρώτα έφταιγε η ασάφεια ως προς την εφαρμογή του φόρου υπεραξίας, αλλά τώρα, ενώ πολλά ακίνητα πωλούνται σε τιμές χαμηλότερες από τις αντικειμενικές, ο φόρος και το «πόθεν έσχες» εκτιμώνται με βάση τις αντικειμενικές, δυσκολεύοντας τους αγοραστές να πληρώσουν αλλά και να δικαιολογήσουν τα χρήματα της αγοράς. Και οι τράπεζες παραμένουν διστακτικές να εκχωρήσουν δάνεια, αφού αγωνιούν για την κεφαλαιακή επάρκειά τους.

Τα έξι χρόνια ύφεσης, η έλλειψη ρευστότητας, οι περικοπές σε εισοδήματα και η αύξηση των φόρων πνίγουν την οικονομία. Οι πολίτες αγωνιούν. Ολοι - άνεργοι, μισθωτοί, συνταξιούχοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, εισοδηματίες που βλέπουν την ακίνητη περιουσία τους να γίνεται βραχνάς. Οι τελευταίοι δεν μπορούν να εισπράξουν τα ενοίκια βάσει των οποίων φορολογούνται, καθυστερούν την πληρωμή των φόρων, και, όταν βουλιάζουν πια, δεν μπορούν να βρουν ούτε δάνεια ούτε αγοραστές για τα ακίνητά τους για να ξεχρεώσουν. Αυτήν την παγίδα τη γνωρίζει η κυβέρνηση, αλλά είναι και αυτή παγιδευμένη· βρίσκεται αντιμέτωπη με τις καταστροφικές δυναμικές που αναπτύσσονται στην αγορά και την κοινωνία, ενώ η τρόικα επιμένει στην αυστηρή τήρηση των προηγούμενων ρυθμίσεων, με το επιχείρημα ότι νέες ρυθμίσεις τιμωρούν όσους τηρούν τις υποχρεώσεις τους και ενθαρρύνουν άλλους να περιμένουν συνεχώς ευνοϊκότερες ρυθμίσεις.

Γνωρίζουμε ότι η νοοτροπία αυτή ίσχυε για πολλά χρόνια. Οπως και το γεγονός ότι όλοι πληρώνουμε για την ανικανότητα των φοροεισπρακτικών μηχανισμών να πατάξουν τη φοροδιαφυγή (ακόμη δεν έχει στελεχωθεί επαρκώς η Γενική Γραμματεία Εσόδων, όπως απαιτεί το Μνημόνιο). Η σημερινή κατάσταση, όμως, καταστρέφει αυτούς που προσπαθούν να είναι συνεπείς και δεν δύνανται. Απαιτείται νέα αρχή - μία ρύθμιση χρεών που θα συνδέεται άμεσα με μια νέα, απόλυτη και δίκαιη αυστηρότητα των (μεταρρυθμισμένων) φοροεισπρακτικών υπηρεσιών. Οι λύσεις πρέπει να είναι ριζικές. Η επιείκεια και η αυστηρότητα αποφέρουν μόνο όταν είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ