Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Ευτυχής σύμπτωση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ελληνική έκδοση του βιβλίου του Μίλαν Κούντερα και ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης... κυκλοφόρησαν σχεδόν ταυτόχρονα. Η επισήμανση ανήκει σε φίλο, αλλά για να είμαστε ακριβείς, «Η γιορτή της ασημαντότητας» του Τσέχου συγγραφέα προηγήθηκε μία εβδομάδα. Η ανάγνωση της σύμπτωσης είναι διπλή· από τη μία, ο τίτλος θα μπορούσε να αφορά την ουσία του εγχειρήματος, να είναι μια ρεαλιστική αποτύπωση του μηνύματος που εξέπεμψε η προσπάθεια για αλλαγή προσώπων (όχι όλων, φυσικά) στο νέο κυβερνητικό σχήμα. Οι επιλογές του πρωθυπουργού κρίθηκαν και σχολιάστηκαν ποικιλοτρόπως μέσα στην εβδομάδα που πέρασε. Από την άλλη, αν θέλουμε να παραμείνουμε πιστοί στο πνεύμα του βιβλίου, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε την «ασημαντότητα» με τη σοβαρότητα που της αναλογεί. Να της αποδώσουμε την αξία της, να αναγνωρίσουμε την ουσία της. Σε αυτήν, τη δεύτερη ανάγνωση, θα εστιάσουμε.

Γράφει, λοιπόν, ο Κούντερα στον επίλογο του μυθιστορήματός του (η σκηνή, στον Κήπο του Λουξεμβούργου, είναι συνάντηση δύο φίλων): « (Η ασημαντότητα) είναι μαζί μας παντού και πάντοτε. Είναι παρούσα ακόμα και εκεί που κανένας δεν θέλει να τη δει: στις φρικαλεότητες, στις αιματηρές μάχες, στις μεγαλύτερες δυστυχίες. Συχνά χρειάζεται θάρρος να την αναγνωρίσουμε μέσα σε τόσο δραματικές συνθήκες και να την πούμε με τ’ όνομά της. Αλλά το θέμα δεν είναι απλώς να την αναγνωρίσουμε, πρέπει να την αγαπήσουμε την ασημαντότητα, πρέπει να μάθουμε να την αγαπάμε. Εδώ, σ’ αυτό το πάρκο, μπροστά μας, κοίτα, φίλε μου, είναι παρούσα σ’ όλο της το μεγαλείο, μ’ όλη της την αθωότητα, μ’ όλη την ομορφιά της. Ναι, την ομορφιά της. Οπως το ’πες κι εσύ ο ίδιος: η τέλεια και απολύτως άχρηστη ζωντάνια..., τα παιδιά που γελούν... χωρίς να ξέρουν γιατί, δεν είναι όμορφα όλα αυτά; Μύρισε, Ντ’ Αρντελό, μύρισε, φίλε μου, αυτή την ασημαντότητα που μας περιβάλλει, είναι το κλειδί της σοφίας, είναι το κλειδί της ευδιαθεσίας...».

Η μετάφραση (του Γιάννη Η. Χάρη) αναδεικνύει την ειρωνεία και σοφή ελαφράδα του κειμένου. Απαλλαγμένος από την ανάγκη να αποδείξει οτιδήποτε σε οποιονδήποτε, ο Κούντερα απολαμβάνει τους καρπούς της παγκόσμιας αναγνώρισης.

Δεν απενοχοποιεί απλώς την ασημαντότητα, της προσδίδει βάρος, εγκωμιάζει την απελευθερωτική της δύναμη, την αλήθεια της. Αυτό το μικρό της κάθε μέρας, που περνάει απαρατήρητο, παρείσακτο, ανίσχυρο. Χωρίς αναστολές, λοιπόν, και τον κίνδυνο να κακοχαρακτηριστεί (και να συμβεί, μάλλον δεν τον απασχολεί καθόλου, πλέον, τον συγγραφέα), δοκιμάζει και αναμειγνύει ιστορίες, γνώσεις, φαντασιώσεις, ακόμη και επινοημένες γλώσσες.

Κι έτσι χαλαρώνει. Ο ίδιος γράφοντας και ο αναγνώστης διαβάζοντας. Ξέρει ότι «ακόμα και το πιο απολαυστικό αστείο δεν ξεφεύγει από τον νόμο της φθοράς» και ότι είναι πολύ εύκολο για τον καθένα που εκτίθεται να καταλήξει, κάποια στιγμή, «ηθοποιός χωρίς κοινό».

Προετοιμάζεται για τη στιγμή χωρίς επιστροφή, θέλοντας να απαλλαγεί –και να μας απαλλάξει– από το βάρος της διαρκούς ενοχής: «Να νιώθει ή να μη νιώθει ένοχος κανείς. Νομίζω πως εδώ είναι όλο το θέμα. Η ζωή είναι ένας αγώνας όλων εναντίον όλων. Γνωστό αυτό. Αλλά πώς διεξάγεται αυτός ο αγώνας σε μια πολιτισμένη, ας πούμε, κοινωνία; Οι άνθρωποι δεν μπορούν να ριχτούν οι μεν στους δε, μόλις τους δουν μπροστά τους. Ετσι προσπαθούν να ρίξουν στον άλλο το στίγμα της ενοχής. Θα κερδίσει όποιος κατορθώσει να ενοχοποιήσει τον άλλο. Θα χάσει όποιος ομολογήσει το σφάλμα του».

Οτι συνέπεσε η ανάγνωση του βιβλίου με τον ανασχηματισμό είναι εντελώς τυχαίο. Οτι μας αφήνουν όμως στο τέλος της μέρας, και τα δύο, ένα αμυδρό, περιπαικτικό χαμόγελο, είναι μια ευτυχής σύμπτωση. Ασήμαντη αλλά ευτυχής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ