ΒΙΒΛΙΟ

Εσωτερικές φωταψίες

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΕΣ

Βαγγέλης Προβιάς
«Τα μαύρα παπούτσια της παρέλασης»
Εκδόσεις Ολκός, Σελ. 144

Μου αρέσει να διαβάζω διηγήματα, μικρές νουβέλες, μικρές ιστορίες. Τα ψάχνω, τα κυνηγάω, τα αναζητώ. Κι όταν πέφτω σε κάτι που πραγματικά αξίζει με πλημμυρίζει η χαρά της ανακάλυψης, καθώς πολλοί άξιοι συγγραφείς δοκιμάστηκαν αρχικά στο διήγημα ή επιμένουν στη μικρή φόρμα.

Τον Βαγγέλη Προβιά τον διάβασα για πρώτη φορά μέσα από τις διαδικτυακές ιστορίες του στο provato, ένα από τα πρώτα ελληνικά ιστολόγια. Εξαρχής ήταν εύκολο να διακρίνεις το ταλέντο, την ευαισθησία, ένα εντελώς προσωπικό χιούμορ που του χάρισε φανατικούς αναγνώστες και, κυρίως, την αγάπη για το γράψιμο. Αργότερα ήρθαν έτσι τα πράγματα και τον γνώρισα προσωπικά και σε μία από τις πρώτες κουβέντες μας μιλήσαμε για τη συλλογή διηγημάτων του Ανταμ Χάσλετ «Δεν είστε ξένος εδώ» που κυκλοφόρησε το 2005 από την «Ωκεανίδα». Ενα μικρό αριστούργημα που δυστυχώς δεν βρήκε ιδιαίτερη απήχηση στην Ελλάδα. Αγαπούσαμε και οι δύο αυτό το σκονισμένο διαμάντι και τότε κατάλαβα για πρώτη φορά ότι ο Βαγγέλης Προβιάς κάποτε θα έγραφε κάτι δικό του.

Οκτώ χρόνια μετά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Ολκός» τα «Μαύρα παπούτσια της παρέλασης». Ο Βαγγέλης Προβιάς πάλλεται για τους ανθρώπους, πάλλεται για την ανθρώπινη κατάσταση και γι’ αυτόν τον λόγο δεν αισθάνεται την ανάγκη να καταφύγει σε «κόλπα» ή σε δραματουργικές ακροβασίες για να προσελκύσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Επιφανειακά, και σε επίπεδο «δράσης», δεν συμβαίνει «κάτι» στις ιστορίες του Προβιά. Ισως γιατί όλα συμβαίνουν «μέσα» στους ήρωές του. Είναι αυτές οι λεπτές διακυμάνσεις της εσωτερικής κατάστασης που συγκινούν τον συγγραφέα, ο οποίος τόσο πρόθυμα ανάβει μικρούς, διακριτικούς φανούς με θέα τραυματισμένες, ματαιωμένες, ευάλωτες ψυχές.

Μη φανταστείτε κάτι ακραία παθολογικό ή εκκεντρικό ή τρομακτικά ασυνήθιστο. Ο Προβιάς πλησιάζει «κανονικούς» ανθρώπους που ζουν τη ζωή τους σε κάποια γειτονιά της Αθήνας. Και όχι μόνο δεν αποφεύγει τις αθέατες αλλά ανοικτές πληγές ή τα λιγότερο ή περισσότερο επιπόλαια τραύματα, αλλά θαρρείς με ένα αόρατο, συγγραφικό νυστέρι γυροφέρνει την πληγή. Ιπταται της πληγής σιωπηλά και με απέραντη τρυφερότητα και υπομονή. Θέλω να σημειώσω την ικανότητα (ή τη δεξιοτεχνία) του νέου συγγραφέα να μεταμορφώνει χαμηλόφωνα τη φαινομενική αδυναμία σε δύναμη. Κανένας θόρυβος, κανένας ενοχλητικός ή παράταιρος πανηγυρισμός για τη νεοαποκτημένη δύναμη ή για τις μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες ζωτικές νίκες της συμφιλίωσης και της ουσιαστικής ενηλικίωσης.

Ομως ακόμα κι αν τα πράγματα δεν πήραν τον δρόμο που θα ευχόταν κανείς να είχαν πάρει, το βάρος, το πραγματικό ή το υποθετικό βάρος ή ακόμα και η αγωνία, έχουν εξατμιστεί. Οχι γιατί ο συγγραφέας καταφεύγει σε μαγικά τερτίπια ή ξεμπερδεύει με χαριτωμένους ή διδακτικούς επιλόγους.

Οταν αγαπάς τους ανθρώπους, τους δέχεσαι όπως είναι. Κι ευτυχώς ο Βαγγέλης Προβιάς αγαπάει και τους ανθρώπους και τους ήρωές του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ